dutch flag
Tenses - Moods Active voice
Indicative Mood Singular Plural
Present καταπίνω καταπίνουμε, καταπίνομε
καταπίνεις καταπίνετε
καταπίνετε καταπίνουν(ε)
Imperfect κατάπινα καταπίναμε
κατάπινες καταπίνατε
κατάπινε κατάπιναν, καταπίναν(ε)
Aorist (simple past) κατάπια κατάπιαμε
κατάπιες κατάπιατε
κατάπιε κατάπιαν(ε)
Perfect έχω καταπιεί έχουμε καταπιεί
έχεις καταπιεί έχετε καταπιεί
έχει καταπιεί έχουν καταπιεί
Voltooid verleden tijd είχα καταπιεί είχαμε καταπιεί
είχες καταπιεί είχατε καταπιεί
είχε καταπιεί είχαν καταπιεί
Future (continuous) θα καταπίνω θα καταπίνουμε
θα καταπίνεις θα καταπίνετε
θα καταπίνει θα καταπίνουν
Future (simple) θα καταπιώ θα καταπιούμε
θα καταπιείς θα καταπιείτε
θα καταπιεί θα καταπιούν
Future Pertfect θα έχω καταπιεί θα έχουμε καταπιεί
θα έχεις καταπιεί θα έχετε καταπιεί
θα έχει καταπιεί θα έχουν καταπιεί
Subjunctive Mood
Present να καταπίνω να καταπίνουμε
να καταπίνεις να καταπίνετε
να καταπίνει να καταπίνουν
Aorist να καταπιώ να καταπιούμε
να καταπιείς να καταπιείτε
να καταπιεί να καταπιούν(ε)
Perfect να έχω καταπιεί να έχουμε καταπιεί
να έχεις καταπιεί να έχετε καταπιεί
να έχει καταπιεί να έχουν καταπιεί
Imperative Mood
Present κατάπινε καταπίνετε
Aorist κατάπιε καταπιείτε
Participle
Present καταπίνοντας
Perfect έχοντας καταπιεί
Infinitive
Aorist καταπιεί
Examples with «καταπίνω» :
ελληνικά αγγλικά
Ως αποτέλεσμα της πείνας κατάπιε ένα πιάτο ζυμαρικών. Owing to the hunger he swallowed a plate with pasta.
Kατάπιε πολλές πίκρες στη ζωή της. She took in a lot of sadness in her life.
Πνίγηκα σχεδόν, γιατί κατάπια ένα κουκούτσι. I almost stifled, because I swallowed a pip.
Tο στεγνό χώμα καταπίνει το νερό. The dry soil swallowed the water.
Verbs with the same conjugation as «πίνω»
- ξεροκαταπίνω * to gulp, sip, swallow
 

* This verb has no passive forms

Tenses - Moods Passive voice
Indicative Mood Singular Plural
Present καταπίνομαι καταπινόμαστε
καταπίνεσαι καταπίνεστε, καταπινόσαστε
καταπίνεται καταπίνονται
Imperfect καταπινόμουν(α) καταπινόμαστε, καταπινόμασταν
καταπινόσουν(α) καταπινόσαστε, καταπινόσασταν
καταπινόταν(ε) καταπίνονταν, καταπινόντανε, καταπινόντουσαν
Aorist (simple past)
Perfect
Plusperfect
Future (continuous) θα καταπίνομαι θα καταπινόμαστε
θα καταπίνεσαι θα καταπίνεστε, θα καταπινόσαστε
θα καταπίνεται θα καταπίνεται
Future (simple)
Future Pertfect
Subjunctive Mood
Present να καταπίνομαι να καταπινόμαστε
να καταπίνεσαι να καταπίνεστε, να καταπινόσαστε
να καταπίνεται να καταπίνονται
Aorist
Perfect
Imperative Mood
Present -- καταπίνεστε
Aorist
Participle
Present --
Perfect -- --
Infinitive
Aorist --
Examples with «καταπίνομαι» :
ελληνικά αγγλικά
Aυτά τα χάπια δεν καταπίνονται εύκολα. Those pills are not easy to take in.
Καταπίνεστε τα δισκία µε νερό. Swallow the tablets with water.
Πρέπει να το καταπίνεσαι χωρίς να έχει μασηθεί, μαζί με λίγο νερό. You should swallow it, without chewing, with little water.
Το δισκίο θα πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο με λίγο νερό. The tablet should be swallowed wholly with a little water.
Verbs with the same conjugation as «καταπίνομαι»
- ανταποκρίνομαι * to correspond, reciprocate
- γδύνομαι to undress
- δένομαι to be bound
- διακρίνομαι ** to distinguish oneself
- επιδένομαι to bandage
- επικρίνομαι ** to be criticized
- κατακρίνομαι ** to be deprecated
- κλίνομαι ** to inflect
- κρέμομαιº to hang yourself
- κρίνομαι ** to be judged
- λύνομαι to break loose
- ντύνομαι to be dressed
- ξεντύνομαι to be undressed
- ξεροψπήνομαι to roast crusty
- ξύνομαι **** to scratch, itch
- ξεχύνομαι * to sluice out
- περιχύνομαι to be poured
- πίνομαι *** to drink
- προσδένομαι to be hitched
- στήνομαι to establish, set up, found
- συγκρίνομαι ** to compare
- συστήνομαι to introduce yourself
- τέμνομαι to dissect
- υποκλίνομαι * to bow, curtsey
- υποκρίνομαι * to profess, dissemble, dissimulate
- χάνομαι to perish, disappear, lose out
- χύνομαι to pour, spill
- ψήνομαι to roast

With * marked passive verbs don't have active forms

The active form of with ** marked passive verbs are not conjugated the same as «ψήνω», but such as «τείνω», «κρίνω» and «παρατείνω»

*** The active form of «πίνομαι» has a irregular active form, see «πίνω»

**** «ξύνομαι» is conjugated as «ψήνομαι».The participles of these forms are «ξυσμένος» in singular and «ξυσμένοι» in plural (instead of «ξυμένος» and «ξυμένοι» as with «ψήνομαι»). Apart from that «ξύνομαι» has a second conjugation of the aorist, the perfect tenses, the simple future tense, the aorist of the subjunctive mood, where the letter «θ» may be changed in «στ» such as with the verb «πιάνομαι».

º«κρέμομαι» also means: to hang yourself