Tenses - Moods Active voice
Indicative Mood Singular Plural
Onvoltooid tegenwoordige tijd παρατείνω παρατείνουμε, παρατείνομε
παρατείνεις παρατείνετε
παρατείνει παρατείνουν(ε)
Onvoltooid verleden tijd παρέτεινα παρατείναμε
παρέτεινες παρατείνατε
παρέτεινε παρέτειναν, παρατείναν(ε)
Aoristus παρέτεινα παρατείναμε
παρέτεινες παρατείνατε
παρέτεινε παρέτειναν, παρατείναν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω παρατείνει έχουμε παρατείνει
έχεις παρατείνει έχετε παρατείνει
έχει παρατείνει έχουν παρατείνει
Voltooid verleden tijd είχα παρατείνει είχαμε παρατείνει
είχες παρατείνει είχατε παρατείνει
είχε παρατείνει είχαν παρατείνει
Toekomende tijd (1) θα παρατείνω θα παρατείνουμε, θα παρατείνομε
θα παρατείνεις θα παρατείνετε
θα παρατείνει θα παρατείνουν(ε)
Toekomende tijd (2) θα παρατείνω θα παρατείνουμε, θα παρατείνομε
θα παρατείνεις θα παρατείνετε
θα παρατείνει θα παρατείνουν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω παρατείνει θα έχουμε παρατείνει
θα έχεις παρατείνει θα έχετε παρατείνει
θα έχει παρατείνει θα έχουν παρατείνει
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να παρατείνω να παρατείνουμε, να παρατείνομε
να παρατείνεις να παρατείνετε
να παρατείνει να παρατείνουν(ε)
Aoristus να παρατείνω να παρατείνουμε, να παρατείνομε
να παρατείνεις να παρατείνετε
να παρατείνει να παρατείνουν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω παρατείνει να έχουμε παρατείνει
να έχεις παρατείνει να έχετε παρατείνει
να έχει παρατείνει να έχουν παρατείνει
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd παρατείνε παρατείνετε
Aoristos παρατείνε παρατείνετε
Tegenwoordige tijd παρατείνοντας
Voltooid tegenwoordige tijd έχοντας παρατείνει
Onbepaalde wijs
Aoristus παρατείνει
Examples with «παρατείνω»
ελληνικά αγγλικά
Αποφασίσαμε να παρατείνουμε τις διακοπές μας κατά μία βδομάδα. We decided to prolong our hilidays witn one week.
H κυβέρνηση αποφάσισε να παρατείνει την ισχύ των περιοριστικών μέτρων. The government decided to expand the strength of the restrictive measures.
Αυτή η μονόπλευρη προσαρμογή παρέτεινε την περίοδο κατά την οποία θα μπορούσε να γίνει. This one sided adjustment prolonged the period inwhich it can be done.
Η κυβέρνηση της Ισπανίας ανακοίνωσε σήμερα ότι θα παρατείνει εκ νέου το μέτρο της μηνιαίας βοήθειας. The Spanish government has announced to prolong the monthly support again.
Οι εργαζόμενοι στα λεωφορεία αποφάσισαν να παρατείνουν την απεργία. The employees in the buses decided to continue the strike.
Verbs with the same conjugation as «παρατείνω»:
- αντιτείνω * to object to, demur
- διακρίνω to descry, differentiate
- εντείνω ** to intensify, strain, stress
- επεκτείνω ** to extend, liberalize
- επικρίνω to carp, crab, criticize, pan
- επιτείνω ** to heighten, aggravate, increase
- κατακρίνω to criticize
- κλίνω to decline, conjugate, bend
- κρίνω ** to judge, decide, assess
- προτείνω ** to suggest, propose, recommend
- τείνω * to stretch, hold out
- φθίνω * to decline, be disappearing
- συγκρίνω to compare
- .

With * marked verbs don't have passive forms

** the passive forms of these active verbs aren't conjugated as «παρατείνομαι», but such as «ψήνομαι».

The verbs with a prefix ended on «τείνω», have been derived from the active verb «τείνω»

Tenses - Moods Passive voice
Indicative Mood Singular Plural
Present παρατείνομαι παρατεινόμαστε
παρατείνεσαι παρατείνεστε, παρατεινόσαστε
παρατείνεται παρατείνονται
Imperfect παρατεινόμουν(α) παρατεινόμαστε
παρατεινόσουν(α) παρατεινόσαστε
παρατεινόταν(ε) παρατείνονταν
Aorist παρατάθηκα παραταθήκαμε
παρατάθηκες παραταθήκατε
παρατάθηκε παρατάθηκαν, παραταθήκαν(ε)
Perfect έχω παραταθεί έχουμε παραταθεί
έχεις παραταθεί έχετε παραταθεί
έχει παραταθεί έχουν παραταθεί
Plusperfect είχα παραταθεί είχαμε παραταθεί
είχες παραταθεί είχατε παραταθεί
είχε παραταθεί είχαν παραταθεί
Future (continuous) θα παρατείνομαι θα παρατεινόμαστε
θα παρατείνεσαι θα παρατείνεστε, θα παρατεινόσαστε
θα παρατείνεται θα παρατείνονται
Future (simple) θα παραταθώ θα παραταθούμε
θα παραταθείς θα παραταθείτε
θα παραταθεί θα παραταθούν
Future Pertfect θα έχω παραταθεί θα έχουμε παραταθεί
θα έχεις παραταθεί θα έχετε παραταθεί
θα έχει παραταθεί θα έχουν παραταθεί
Subjunctive Mood
Present να παρατείνομαι να παρατεινόμαστε
να παρατείνεσαι να παρατείνεστε, να παρατεινόσαστε
να παρατείνεται να παρατείνονται
Aorist να παραταθώ να παραταθούμε
να παραταθείς να παραταθείτε
να παραταθεί να παραταθούν
Perfect να έχω παραταθεί να έχουμε παραταθεί
να έχεις παραταθεί να έχετε παραταθεί
να έχει παραταθεί να έχουν παραταθεί
Imperative Mood
Present -- παρατείνεστε
Aorist -- παραταθείτε
Present παρατεινόμενος
Perfect παρατεταμένος, -η, -ο παρατεταμένοι, -ες, -α
Aorist παραταθεί
Examples with «παρατείνομαι»
ελληνικά αγγλικά
Παρατάθηκε έως το τέλος του μήνα η προθεσμία πληρωμής. The term of payment had been extended till the end of the month.
Για την εξυπηρέτηση των αιμοδοτών θα παραταθεί το ωράριο λειτουργίας της τράπεζα αίματος For the convenience of the donors the opening times of the bloodbank are extended.
Στην Ελλάδα υπαρχει ένας παρατεταμένος αγώνας κατά την πολιτική εξαθλίωση του λαού. In Greece a continual struggle against the political misery of the people exists.
Παρατάθηκε η αρχική προθεσμία να υποταχθούν υποψηφίων. The initial period to register candidates has been extended.
Το μέτρο της απόσυρσης παρατείνεται για έναν ακόμη χρόνο. The term of notice is extended with one year.
Verbs with the same conjugation as «παρατείνομαι»:
- εκτείνομαι * to outspread, range, stretch
- εντείνομαι to get worse, intensify
- επεκτείνομαι to spread out
- επιτείνομαι to be increased
- προτείνομαι to be proposed

* This verb don't has a active form.