Tenses - moods Active voice
Indicative mood Singular Plural
Present διαρρηγνύω διαρρηγνύουμε, διαρρηγνύομε
διαρρηγνύεις διαρρηγνύετε
διαρρηγνύει διαρρηγνύουν(ε)
Imperfect διαρρήγνυα διαρρήγνυες
διαρρήγνυες διαρρήγνυε
διαρρήγνυε διαρρήγνυαν, διαρρηγνύαν(ε)
Aorist (simple past) διέρρηξα, διάρρηξα διαρρήξαμε
διέρρηξες, διάρρηξες διαρρήξατε
διέρρηξε, διάρρηξε διέρρηξαν, διάρρηξαν, διαρρήξαν(ε)
Perfect έχω διαρρήξει έχουμε διαρρήξει
έχεις διαρρήξει έχετε διαρρήξει
έχει διαρρήξει έχουν διαρρήξει
Pluperfect είχα διαρρήξει είχαμε διαρρήξει
είχες διαρρήξει είχατε διαρρήξει
είχε διαρρήξει είχαν διαρρήξει
Future (continuous) θα διαρρηγνύω θα διαρρηγνύουμε, θα διαρρηγνύομε
θα διαρρηγνύεις θα διαρρηγνύεις
θα διαρρηγνύει θα διαρρηγνύουν(ε)
Future (simple) θα διαρρήξω θα διαρρήξουμε, θα διαρρήξομε
θα διαρρήξεις θα διαρρήξετε
θα διαρρήξει θα διαρρήξουν(ε)
Future Perfect θα έχω διαρρήξει θα έχουμε διαρρήξει
θα έχεις διαρρήξει θα έχετε διαρρήξει
θα έχει διαρρήξει θα έχουν διαρρήξει
Subjunctive mood
Present να διαρρηγνύω να διαρρηγνύουμε, να διαρρηγνύομε
να διαρρηγνύεις να διαρρηγνύετε
να διαρρηγνύει να διαρρηγνύουν(ε)
Aorist να διαρρήξω να διαρρήξουμε, να διαρρήξομε
να διαρρήξεις να διαρρήξετε
να διαρρήξει να διαρρήξουν(ε)
Perfect να έχω διαρρήξει να έχουμε διαρρήξει
να έχεις διαρρήξει να έχετε διαρρήξει
να έχει διαρρήξει να έχουν διαρρήξει
Imperative mood
Present διαρρήκνυε διαρρηγνύετε
Aorist διάρρηξε διαρρήξετε, διαρρήξτε
Present διαρρηγνύοντας
Perfect έχοντας διαρρήξει
Aorist διαρρήξει
Examples with «διαρρηγνύω»:
ελληνικά αγγλικά
Άγνωστοι διάρρηξαν ένα κατάστημα. Unknown persons broke into a store.
Αυτός μου έμαθε πως να διαρρηγνύω κλειδαριές. He taught me to crack locks.
Έχουμε το δικαίωμα να διαρρηγνύουμε τη σιωπή του; Do we have the right to disrupt silence?
Verbs with the same conjugation as «διαρρηγνύω»:
- αναδεικνύω designate, give prominence to
- αναμειγνύω blend
- αποδεικνύω prove, evidence
- επιδεικνύω show off, demonstrate
- καταδεικνύω evince
- .
Tenses - moods Passive voice
Indicative mood Singular Plural
Present διαρρηγνύομαι διαρρηγνυόμαστε
διαρρηγνύεσαι διαρρηγνύεστε, διαρρηγνυόσαστε
διαρρηγνύεται διαρρηγνύονται
Imperfect διαρρηγνυόμουν(α) διαρρηγνυόμαστε, διαρρηγνυόμασταν
διαρρηγνυόσουν(α) διαρρηγνυόσαστε, διαρρηγνυόσασταν
διαρρηγνυόταν(ε) διαρρηγνύονταν, διαρρηγνυόντανε, διαρρηγνυόντουσαν
Aorist (simple past) διαρρήχθηκα, διαρρήχτηκα διαρρηχθήκαμε, διαρρηχτήκαμε
διαρρήχθηκες, διαρρήχτηκες διαρρηχθήκατε, διαρρηχτήκατε
διαρρήχθηκε, διαρρήχτηκε διαρρήχτηκαν, διαρρηχτήκαν(ε)
Perfect έχω διαρρηχθεί έχουμε διαρρηχθεί
έχεις διαρρηχθεί έχετε διαρρηχθεί
έχει διαρρηχθεί έχουν διαρρηχθεί
Pluperfect είχα διαρρηχθεί είχαμε διαρρηχθεί
είχες διαρρηχθεί είχατε διαρρηχθεί
είχε διαρρηχθεί είχαν διαρρηχθεί
Future (continuous) θα διαρρηγνύομαι θα διαρρηγνυόμαστε
θα διαρρηγνύεσαι θα διαρρηγνύεστε, θα διαρρηγνυόσαστε
θα διαρρηγνύεται θα διαρρηγνύονται
Future (simple) θα διαρρηχθώ θα διαρρηχθούμε
θα διαρρηχθείς θα διαρρηχθείτε
θα διαρρηχθεί θα διαρρηχθούν(ε)
Future Perfect θα έχω διαρρηχθεί θα έχουμε διαρρηχθεί
θα έχεις διαρρηχθεί θα έχετε διαρρηχθεί
θα έχει διαρρηχθεί θα έχουν διαρρηχθεί
Subjunctive mood
Present να διαρρηγνύομαι να διαρρηγνυόμαστε
να διαρρηγνύεσαι να διαρρηγνύεστε, να διαρρηγνυόσαστε
να διαρρηγνύεται να διαρρηγνύονται
Aorist να διαρρηχθώ να διαρρηχθούμε
να διαρρηχθείς να διαρρηχθείτε
να διαρρηχθεί να διαρρηχθούν(ε)
Perfect να έχω διαρρηχθεί να έχουμε διαρρηχθεί
να έχεις διαρρηχθεί να έχετε διαρρηχθεί
να έχει διαρρηχθεί να έχουν διαρρηχθεί
Imperative mood
Present -- διαρρηγνύεστε
Aorist διαρρήξου διαρρηχθείτε
Present διαρρηγνυόμενος
Perfect διαρρηγμένος, -η, -ο διαρρηγμένοι, -ες, -α
Aorist διαρρηχθεί
Examples with «διαρρηγνύομαι»:
ελληνικά αγγλικά
Η δοκιμής είναι να ορίζει την τιμή της πίεσης στην οποία διαρρηγνύεται η δεξαμενή. The test is to determine the value of the pressure at which the reservoir cracked.
Αυτή η σχέση δεν έχει διαρρηχθεί, έστω και αν υπάρχουν επιμέρους διαφωνίες. . This relationship has not been broken, even though there are individual differences.
Ο διαρρηγνυόμενος δίσκος τοποθετείται στη θέση του και το βύσμα βιδώνεται σφικτά. The broken disc is placed in its position and the plug screwed in tightly,
Verbs with the same conjugation as «διαρρηγνύομαι»:
- αναδεικνύομαι emerge
- αναμειγνύομαι to be blended
- αποδεικνύομαι turn our to be
- επιδεικνύομαι flash, flaunt
- καταδεικνύομαι be evinced, proclaim
- .