Tenses - moods Active voice
Indicative mood Singular Plural
Present θέτω θέτουμε, θέτομε
θέτεις θέτετε
θέτει θέτουν(ε)
Imperfect έθετα θέταμε
έθετες θέτατε
έθετε έθεταν, θέταν(ε)
Aorist έθεσα θέσαμε
έθεσες θέσατε
έθεσε έθεσαν, θέσαν(ε)
Perfect έχω θέσει έχουμε θέσει
έχεις θέσει έχετε θέσει
έχει θέσει έχουν θέσει
Plusperfectd είχα θέσει είχαμε θέσει
είχες θέσει είχατε θέσει
είχε θέσει είχαν θέσει
Future (continuous) θα θέτω θα θέτουμε, θα θέτομε
θα θέτεις θα θέτετε
θα θέτει θα θέτουν(ε)
Future (simple) θα θέσω θα θέσουμε, θα θέσομε
θα θέσεις θα θέσετε
θα θέσει θα θέσουν(ε)
Future Perfect θα έχω θέσει θα έχουμε θέσει
θα έχεις θέσει θα έχετε θέσει
θα έχει θέσει θα έχουν θέσει
Subjunvtive mood
Present να θέτω να θέτουμε, να θέτομε
να θέτεις να θέτετε
να θέτει να θέτουν(ε)
Aorist να θέσω να θέσουμε, να θέσομε
να θέσεις να θέσετε
να θέσει να θέσουν(ε)
Perfect να έχω θέσει να έχουμε θέσει
να έχεις θέσει να έχετε θέσει
να έχει θέσει να έχουν θέσει
Imperative mood
Present θετε θέτετε
Aorist θεσε θέσετε, θέστε
Participle
Present θέτοντας
Voltooid tegenwoordige tijd έχοντας θέσει
Infinitive
Aorist θέσει
Examples with «θέτω»:
ελληνικά αγγλικά
Τον έθεσαν εκτός μάχης. They put him out of action.
Θα το έθετα αλλιώς. I would have formulated it otherwise.
Όταν της το πω, θα το θέσω έτσι ώστε να μην την ταράξω. When I tell it to her, I will formulate it in a way that she will not be confused.
Verbs with the same conjugation as «θέτω»:
- αναθέτω to allocate
- αντιθέτω to disagree
- αποθέτω to lay down, put down
- διαθέτω to own, have, carry
- εκθέτω to exhibit, show, display, expose
- καταθέτω to lay, lodge, deposit
- μεταθέτω to shift, transfer, postpone
- παραθέτω to quote, cite, list
- προδιαθέτω to predispose
- προσθέτω to add
- συνθέτω to compose, make up
- υποθέτω * to suppose, assume, presume

All abovementioned active verbs also have passive forms except the one marked with *, which only has the impersonal passive form «υποτίθεται» in use, meaning it is supposed

Derivative nouns of this verb are «η υπόθεση» - hypothesis, matter, business, affair «Πώς πάνε οι υποθέσεις σου; - How's your business? and «η υποθήκη» - mortgage: «αίρω υποθήκη» - to redeem a mortgage

Tenses - moods Passive voice
Indicative mood Singular Plural
Present τίθεμαι τιθέμεθα
τίθεσαι τίθεσθε
τίθεται τίθενται
Imperfect -- --
-- --
ετίθετο ετίθεντο
Aorist τέθηκα τεθήκαμε
τέθηκες τεθήκατε
τέθηκε τέθηκαν, τεθήκαν(ε)
Perfect έχω τεθεί έχουμε τεθεί
έχεις τεθεί έχετε τεθεί
έχει τεθεί έχουν τεθεί
Plusperfect είχα τεθεί είχαμε τεθεί
είχες τεθεί είχατε τεθεί
είχε τεθεί είχαν τεθεί
Future (continuous) θα τίθεμαι θα τιθέμεθα
θα τίθεσαι θα τίθεσθε
θα τίθεται θα τίθενται
Future (simple) θα τεθώ θα τεθούμε
θα τεθείς θα τεθείτε
θα τεθεί θα τεθούν(ε)
Future Perfect θα έχω τεθεί θα έχουμε τεθεί
θα έχεις τεθεί θα έχετε τεθεί
θα έχει τεθεί θα έχουν τεθεί
Subjunctive mood
Present να τίθεμαι να τιθέμεθα
να τίθεσαι να τίθεσθε
να τίθεται να τίθενται
Aorist να τεθώ να τεθούμε
να τεθείς να τεθείτε
να τεθεί να τεθούν(ε)
Perfect να έχω τεθεί να έχουμε τεθεί
να έχεις τεθεί να έχετε τεθεί
να έχει τεθεί να έχουν τεθεί
Imperative mood
Present -- τίθεσθε
Aorist θέσου τεθείτε
Deelwoord
Present τιθέμενος
Perfect τεθειμένος τεθειμένοι
Infinitive
Aorist τεθεί
Examples with «τίθεμαι»:
ελληνικά αγγλικά
Aύριο θα τεθεί το θέμα στην κοινοβουλευτική ομάδα Tomorrow the parliamentary party will deal with the subject.
Tέθηκαν οι βάσεις για την ανάκαμψη της οικονομίας. They made the basis for economical recovery.
Η απαγόρευση του καπνίσματος τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου. The non-smoking rule started on the first of April.
Verbs with the same conjugation as «τίθεμαι»:
- ανατίθεμαι to be allocated
- αντιτίθεμαι to oppose, resist
- αποτίθεμαι to lay down, to put down
- διατίθεμαι to be ill disposed
- εκτίθεμαι to be exposed, on show, set out
- κατατίθεμαι to be deposited
- μετατίθεμαι to be transferred, postponed
- παρατίθεμαι to put together
- προδιατίθεμαι to be well disposed
- προστίθεμαι to be added
- συντίθεμαι to be composed
- .

All abovementioned passive forms have active forms as well.