Tenses - moods Active voice
Indicative mood Singular Plural
Present ξέρω ξέρουμε, ξέρομε
ξέρεις ξέρετε
ξέρει ξέρουν(ε)
Imperfect ήξερα ξέραμε
ήξερες ξέρατε
ήξερε έξεραν, ξέραν(ε)
Aorist (simple past)
Future (continuous) θα ξέρω θα ξέρουμε, θα ξέρομε
θα ξέρεις θα ξέρετε
θα ξέρει θα ξέρουν(ε)
Future (simple)
Future Perfect
Subjunctive mood
Present να ξέρω να ξέρουμε, να ξέρομε
να ξέρεις να ξέρετε
να ξέρει να ξέρουν(ε)
Imperative mood
Present ξέρε ξέρετε
Present ξέροντας
Examples with «ξέρω»:
ελληνικά αγγλικά
Ξέρει να παίζει πιάνο. He/She can play the piano.
Ξέρει ότι ήρθαμε; Does he know that we arrived?
Ξέρεις τον καινούριο μας καθηγητή; Do you know our new professor?
Ένας θεός ξέρει! Heaven knows!
Θα ήθελα να ήξερα περισσότερα γι΄αυτή την υπόθεση. I would like to know more about this matter.
Οι νέοι συνήθως δεν ξέρουν να ακούνε. Young people mostly can not listen.
Mην ξέροντας πώς επισκευάζεται, το χάλασε τελείως. Not knowing how to fix it, he broke it completely.
Τι ξέρουμε γι'αυτόν μέχρι στιγμής; What do we know of him so far?
Δεν έξεραν τίποτα από μαθηματικά. They knew nothing of mathematics.
ξέρετε οτί είναι πολύ έξυπνη και καταλαβαίνει πολύ καλά τι εννοείτε! Do know that she is very smart and understands very well what you mean!
Verbs with the same conjugation as «ξέρω» :
- αναφέρω mention, cite, bring up, report
- αποφέρω brimg in, yield
- διαφέρω differ, vary
- διαφθείρω deprave, debauch, demoralize
- ενδιαφέρω interest, concern
- μεταφέρω convey, transfer, carry, relocate
- περιφέρω ramble, roam
- προαναφέρω mention before
- προσφέρω offer, donate, render, tender
- συμπαρασύρω drift
- σύρω draw, pull, hale, trail
- υποφέρω suffer, endure, tolerate, bear
- φερω bring, fetch, tote
- φθείρω vitiate, wear down, corrupt