dutch flag
Tenses - Moods Active voice
Indicative Mood Singular Plural
Present περνάω, περνώ περνάμε, περνούμε
περνάς περνάτε
περνάει, περνά περνάν(ε), περνούν(ε)
Imperfect περνούσα, πέρναγα περνούσαμε, περνάγαμε
περνούσες, πέρναγες περνούσατε, περνάγατε
περνούσε, πέρναγε περνούσαν(ε), πέρναγαν, περνάγανε
Aorist (simple past) πέρασα περάσαμε
πέρασες περάσατε
πέρασε πέρασαν, περάσαν(ε)
Perfect έχω περάσει,
έχω περασμένο
έχουμε περάσει,
έχουμε περασμένο
έχεις περάσει,
έχεις περασμένο
έχετε περάσει,
έχετε περασμένο
έχει περάσει,
έχει περασμένο
έχουν περάσει,
έχουν περασμένο
Pluperfect είχα περάσει,
είχα περασμένο
είχαμε περάσει,
είχαμε περασμένο
είχες περάσει,
είχες περασμένο
είχατε περάσει,
είχατε περασμένο
είχε περάσει,
είχε περασμένο
είχαν περάσει,
ίχαν περασμένο
Future (continuous) θα περνάω, θα περνώ θα περνάμε, θα περνούμε
θα περνάς θα περνάτε
θα περνάει, θα περνά θα περνάν(ε), θα περνούν(ε)
Future (simple) θα περάσω θα περάσουμε, θα περάσομε
θα περάσεις θα περάσετε
θα περάσει θα περάσουν(ε)
Future Perfect θα έχω περάσει,
θα έχω περασμένο
θα έχουμε περάσει,
θα έχουμε περασμένο
θα έχεις περάσει,
θα έχεις περασμένο
θα έχετε περάσει,
θα έχετε περασμένο
θα έχει περάσει,
θα έχει περασμένο
θα έχουν περάσει,
θα έχουν περασμένο
Subjunctive Mood
Present να περνάω, να περνώ να περνάμε, να περνούμε
να περνάς να περνάτε
να περνάει, να περνά να περνάν(ε), να περνούν(ε)
Aoristus να περάσω να περάσουμε, να περάσομε
να περάσεις να περάσετε
να περάσει να περάσουν(ε)
Perfect να έχω περάσει,
να έχω περασμένο
να έχουμε περάσει,
να έχουμε περασμένο
να έχεις περάσει,
να έχεις περασμένο
να έχετε περάσει,
να έχεις περασμένο
να έχει περάσει,
να έχει περασμένο
να έχουν περάσει,
να έχουν περασμένο
Imperative Mood
Present πέρνα, πέρναγε περνάτε
Aorist πέρασε, πέρνα περάστε
Participle
Present περνώντας
Perfect έχοντας περάσει, έχοντας περασμένο
Infinitive
Aorist περάσει
Examples with «περνάω»:
ελληνικά αγγλικά
Τα Σαββατοκύριακα περνούν πολύ γρήγορα. The weekends go really fast.
Θα περάσω αύριο το πρωί, πηγαίνοντας στη δουλειά μου. I'll call (visit) tomorrow morning on the way to my work.
Πέρασε τον δρόμο όταν σταμάτησε η κυκλοφορία. He crossed the street when the traffic stopped.
Πέρασε τις εξετάσεις οδήγησης με την πρώτη. She passed her driving test on her first attempt.
Είχαμε περάσει στα έγγραφα όλα τα ονόματα και τις διευθύνσεις. We had entered alls names and addresses.
Στην αυτή αρέσει να περνάει από τους φίλους της χωρίς προειδοποίηση. She enjoys dropping in unannounced on her friends.
Verbs with the same conjugation as «περνάω, περνώ»:
- αποσπάω ** to secont, attach to, distract
- γελ -άω, -ώ to laugh
- γερν -άω, -ώ * to age
- διασπάω ** to split
- διψ -άω, -ώ * to be thirsty
- επιδράω * to react on, redound, act on
- κερν -άω, -ώ to treat
- κρεμ -άω, -ώ to hang
- ξεχν -άω, -ώ to forget
- πειν -άω, -ώ * to be hungry
- προσπερν -άω, -ώ * to pass (overtake), cruise
- σχολάω * to finish school, stop work
- χαλ -άω, -ώ * to break, be broken, be crushed
- χαμογελ -άω, -ώ * to smile
- χασκογελ -άω, -ώ * to roar with laughter
- .

* These active verbs don't have passive voices.

** The active verbs «αποσπάω» and «διασπάω» have other active voices «αποσπώ» and «διασπώ», conjugated such as «ανακλώ».

Tenses - moods Passive voice
Indicative Mood Singular Plural
Present περνιέμαι περνιόμαστε
περνιέσαι περνιέστε, περνιόσαστε
περνιέται περνιούνται, περνιόνται
Imperfect περνιόμουν(α) περνιόμαστε, περνιόμασταν
περνιόσουν(α) περνιόσαστε, περνιόσασταν
περνιόταν(ε) περνιόνταν(ε), περνιούνταν, περνιόντουσαν
Aorist (simple past) περάστηκα περαστήκαμε
περάστηκες περαστήκατε
περάστηκε περάστηκαν, περαστήκαν(ε)
Perfect έχω περαστεί,
είμαι περνημένος, -η
έχουμε περαστεί,
είμαστε περασμένοι, -ες
έχεις περαστεί,
είσαι περνημένος, -η
έχετε περαστεί,
είστε περασμένοι, -ες
έχει περαστεί,
είναι περνημένος, -η, -ο
έχουν περαστεί,
είναι περασμένοι, -ες, -α
Voltooid verleden tijd είχα περαστεί,
ήμουν περνημένος, -η
είχαμε περαστεί,
ήμαστε περασμένοι, -ες
είχες περαστεί,
ήσουν περνημένος, -η
είχατε περαστεί,
ήσαστε περασμένοι, -ες
είχε περαστεί,
ήταν περνημένος, -η, -ο
είχαν περαστεί,
ήταν περασμένοι, -ες, -α
Future (continuous) θα περνιέμαι θα περνιόμαστε
θα περνιέσαι θα περνιέστε, θα περνιόσαστε
θα περνιέται θα περνιούνται, θα περνιόνται
Future (simple) θα περαστώ θα περαστούμε
θα περαστείς θα περαστείτε
θα περαστεί θα περαστούν(ε)
Future Perfect θα έχω περαστεί,
θα είμαι περνημένος, -η
θα έχουμε περαστεί,
θα είμαστε περασμένοι, -ες
θα έχεις περαστεί,
θα είσαι περνημένος, -η
θα έχετε περαστεί,
θα είστε περασμένοι, -ες
θα έχει περαστεί,
θα είναι περνημένος, -η, -ο
θα έχουν περαστεί,
θα είναι περασμένοι, -ες, -α
Subjunctive Mood
Present να περνιέμαι να περνιόμαστε
να περνιέσαι να περνιέστε
να περνιέται να περνιούνται, να περνιόνται
Aorist να περαστώ να περαστούμε
να περαστείς να περαστείτε
να περαστεί να περαστούν(ε)
Perfect να έχω περαστεί,
να είμαι περνημένος, -η
να έχουμε περαστεί,
να είμαστε περασμένοι, -ες
να έχεις περαστεί,
να είσαι περνημένος, -η
να έχετε περαστεί,
να είστε περασμένοι, -η
να έχει περαστεί,
να είναι περνημένος, -η, -ο
να έχουν περαστεί,
να είναι περασμένοι, -ες, -α
Imperative Mood
Present -- ξεχνιέστε
Aorist περάσου περαστείτε
Participle
Present --
Perfect περνημένος, -η, -ο περασμένοι, -ες, -α
Infinitive
Aorist περαστεί
Examples with «περνιέμαι»:
ελληνικά αγγλικά
H κλωστή δεν περνιέται στη βελόνα. The thread did not pass through the needle.
Είμαι από μια ορισμένη ηλικία και περνιέμαι για σοβαρός. I am of a certain age and pass for being serious.
Δυστυχώς, το έχει περαστεί σε όλους μας. Unfortunately all of us experienced it.
Aυτός ο δρόμος δεν περνιέται το χειμώνα. This street is not passable in winter.
Δεν περνιούνται για εύκολους άνθρωπους. They are not pass for easy people
Το αστείο είναι ότι περνιέμαι για ηλίθια. The joke is that I am considered to be (pass for being) an idiot
Θα περαστείτε για γυναίκα και θα συνοδέψετε σ'ένα αντρόγυνο. You will pass for a woman and accompany by a married couple.
Verbs with the same conjugation as «ξεχνιέμαι»:
- γελιέμαι to be deceived, mistaken
- κερνιέμαι to treat
- καταριέμαι * to curse
- κρεμιέμαι to hang oneself
- ξεχνιέμαι to be scattered, disordered, sunk in thoughts

* This passive verb has no active voice.