>
dutch flag
Tenses - Moods Active voice
Indicative Mood Singular Plural
Present τραβάω, τραβώ τραβάμε, τραβούμε
τραβάς τραβάτε
τραβάει, τραβά τραβάν(ε), τραβούν(ε)
Imperfect τραβούσα, τράβαγα τραβούσαμε, τραβάγαμε
τραβούσες, τράβαγες τραβούσατε, τραβάγατε
τραβούσε, τράβαγε τραβούσαν(ε), τράβαγαν, τραβάγανε
Aorist (simple past) τράβηξα τραβήξαμε
τράβηξες τραβήξατε
τράβηξε τράβηξαν, τραβήξαν(ε)
Perfect έχω τραβήξει, έχω τραβηγμένο έχουμε τραβήξει, έχουμε τραβηγμένο
έχεις τραβήξει, έχεις τραβηγμένο έχετε τραβήξει, έχετε τραβηγμένο
έχει τραβήξει, έχει τραβηγμένο έχουν τραβήξει, έχουν τραβηγμένο
Pluperfect είχα τραβήξει, είχα τραβηγμένο είχαμε τραβήξει, είχαμε τραβηγμένο
είχες τραβήξει,είχες τραβηγμένο είχατε τραβήξει, είχατε τραβηγμένο
είχε τραβήξει, είχε τραβηγμένο είχαν τραβήξει, είχαν τραβηγμένο
Future (continuous) θα τραβάω, θα τραβώ θα τραβάμε, θα τραβούμε
θα τραβάς θα τραβάτε
θα τραβάει, θα τραβά θα τραβάν(ε), θα τραβούν(ε)
Future (simple) θα τραβήξω θα τραβήξουμε, θα τραβήξομε
θα τραβήξεις θα τραβήξετε
θα τραβήξει θα τραβήξει(ε)
Future Perfect θα έχω τραβήξει, θα έχω τραβηγμένο θα έχουμε τραβήξει, θα έχουμε τραβηγμένο
θα έχεις τραβήξει, θα έχεις τραβηγμένο θα έχετε τραβήξει, θα έχετε τραβηγμένο
θα έχει τραβήξει, θα έχει τραβηγμένο θα έχουν τραβήξει, θα έχουν τραβηγμένο
Subjunctive Mood
Present να τραβάω, να τραβώ να τραβάμε, να τραβούμε
να τραβάς να τραβάτε
να τραβάει, να τραβά να τραβάν(ε), να τραβούν(ε)
Aorist να τραβήξω να τραβήξουμε, να τραβήξομε
να τραβήξεις να τραβήξετε
να τραβήξει να τραβήξουν(ε)
Perfect να έχω τραβήξει, να έχω τραβηγμένο να έχουμε τραβήξει, να έχουμε τραβηγμένο
να έχεις τραβήξει, να έχεις τραβηγμένο να έχετε τραβήξει, να έχεις τραβηγμένο
να έχει τραβήξει, να έχει τραβηγμένο να έχουν τραβήξει, να έχουν τραβηγμένο
Imperative Mood
Present τράβα, τράβαγε τραβάτε
Aorist τράβηξε, τράβα τραβήξτε, τραβήχτε
Participle
Present τραβώντας
Perfect έχοντας τραβήξει, έχοντας τραβηγμένο
Infinitive
Aorist τραβήξει
Examples with «τραβάω, τραβώ»:
ελληνικά αγγλικά
Ο μαγνήτης τραβάει το σίδερο. The magnet pulls the iron.
Tο άλογο τραβάει το κάρο. The horse pulls the cart.
Mην τραβάς πολύ το σκοινί γιατί θα σπάσει. Do not pull the rope much because it will break.
Στη ζωή του τράβηξε πολλά. In his life he suffered a lot.
Tον τράβηξαν τα ξένα. Foreign countries attracted him.
Tου έπιασα το χέρι, αλλά εκείνος το τράβηξε. I caught his hand, but he pulled it back.
Mην κάθεσαι κοντά στην πόρτα, γιατί τραβάει πολύ Do not sit close to the door, it is very draughty.
Verbs with the same conjugation as «τραβάω, τραβώ»:
- βαστώ, -άω * to withstand, hold out
- βογκώ, -άω to moan, groan
- βροντώ, -άω to thunder, roll
- βουτάω, -ώ * to take, grab, dive, plunge
- ζουλώ, -άω * to compress, stub, press down
- ζουπώ, -άω * to squeeze
- ορμώ, -άω to rush towards/forwards
- πηδάω, -ώ * ° to jum, bound, have sex (vulg.)
- ρουφώ, -άω, * to sip, suck, gulp
- σκουντώ, -άω * to nudge, poke
- φυσάω, -ώ to blow, waft, gust
- χιμάω, -ώ to rush, dart, dash, spurt
- χοροπηδώ, -άω to cavort, bunny hop, prance
- .
 

* These active verbs have passive forms, conjugated as the below passive form «τραβιέμαι»

° The active form of the verb «πηδάω» has also a second conjugation just as «βρονταώ»

Tenses - Moods Active voice
Indicative Mood Singular Plural
Present τραβιέμαι τραβιόμαστε
τραβιέσαι τραβιέστε, τραβιόσαστε
τραβιέται τραβιούνται, τραβιόνται
Imperfect τραβιόμουν(α) τραβιόμαστε, τραβιόμασταν
τραβιόσουν(α) τραβιόσαστε, τραβιόσασταν
τραβιόταν (ε) τραβιόνταν(ε), τραβιούνταν, τραβιόντουσαν
Aorist (simple past) τραβήχτηκα τραβηχτήκαμε
τραβήχτηκες τραβηχτήκατε
τραβήχτηκε τραβήχτηκαν, τραβηχτήκαν(ε)
Perfect έχω τραβηχτεί, είμαι τραβηγμένος, -η έχουμε τραβηχτεί, είμαστε τραβηγμένοι, -ες
έχεις τραβηχτεί, είσαι τραβηγμένος, -η έχετε τραβηχτεί, είστε τραβηγμένοι, -ες
έχει τραβηχτεί, είναι τραβηγμένος, -η, -ο έχουν τραβηχτεί, είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
Pluperfect είχα τραβηχτεί, ήμουν τραβηγμένος, -η είχαμε τραβηχτεί, ήμαστε τραβηγμένοι, -ες
είχες τραβηχτεί, ήσουν τραβηγμένος, -η είχατε τραβηχτεί, ήσαστε τραβηγμένοι, -ες
είχε τραβηχτεί, ήταν τραβηγμένος, -η, -ο είχαν τραβηχτεί, ήταν τραβηγμένοι, -ες, -α
Future (continuous) θα τραβιέμαι θα τραβιόμαστε
θα τραβιέσαι θα τραβιέστε, θα τραβιόσαστε
θα τραβιέται θα τραβιούνται, θα τραβιόνται
Future (simple)) θα τραβηχτώ θα τραβηχτούμε
θα τραβηχτείς θα τραβηχτείτε
θα τραβηχτεί θα τραβηχτούν(ε)
Future Perfect θα έχω τραβηχτεί,
θα είμαι τραβηγμένος, -η
θα έχουμε τραβηχτεί,
θα είμαστε τραβηγμένοι, -ες
θα έχεις τραβηχτεί,
θα είσαι τραβηγμένος, -η
θα έχετε τραβηχτεί,
θα είστε τραβηγμένοι, -ες
θα έχει τραβηχτεί,
θα είναι τραβηγμένος, -η, -ο
θα έχουν τραβηχτεί,
θα είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
Subjunctive Mood
Present να τραβιέμαι να τραβιόμαστε
να τραβιέσαι να τραβιέστε, να τραβιόσαστε
να τραβιέται να τραβιούνται, να τραβιόνται
Aorist να τραβηχτώ να τραβηχτούμε
να τραβηχτείς να τραβηχτείτε
να τραβηχτεί να τραβηχτούν(ε)
Perfect να έχω τραβηχτεί,
να είμαι τραβηγμένος, -η
να έχουμε τραβηχτεί,
να είμαστε τραβηγμένοι, -ες
να έχεις τραβηχτεί,
να είσαι τραβηγμένος, -η
να έχετε τραβηχτεί,
να είστε τραβηγμένοι, -η
να έχει τραβηχτεί,
να είναι τραβηγμένος, -η, -ο
να έχουν τραβηχτεί,
να είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
Imperative Mood
Present -- τραβιέστε
Aorists τραβήξου τραβηχτείτε
Participle
Present --
Perfect τραβηγμένος, -η, -ο τραβηγμένοι, -ες, -α
Infinitive
Aorists τραβηχτεί
Examples with «τραβιέμαι»:
ελληνικά αγγλικά
Tραβήχτηκα για να περάσει το αυτοκίνητο I went aside, to get the car passing through.
Mε την άμπωτη τραβιούνται τα νερά της θάλασσας. With low tide the water of the sea is drawing back.
Φέτος τραβήχτηκε πολύ το βιβλίο. This year the book was at a premium.
Tραβιέται με τον ένα και με τον άλλο. He/she is fooling around with the one and the other.
Πιθανότητα να τραβιέται ακόμη και με τη βαρβάρα. He is probably even bangin' away with Barbara.
Verbs with the same conjugation as «τραβιέμαι»»
- βαστιέμαι * to control oneself
- βουτιέμαι to be plunged
- ζουλιέμαι to be squeezed
- ζουπιέμαι to be compressed
- πηδιέμαι to fool around
- ρουφιέμαι to be absorbed/swallowed

*This verb has a second conjugation, both active and passive as «κοιτάω, κοιτώ» en «κοιτιέμαι»