Tenses - Moods Active Voice
Indicative Mood Singular Plural
Present οδηγάω, οδηγώ οδηγάμε, οδηγούμε
οδηγάς οδηγάτε
οδηγάει, οδηγά οδηγάν(ε), οδηγούν(ε)
Imperfect οδηγούσα, οδήγαγα οδηγούσαμε, οδηγάγαμε
οδηγούσες, οδήγαγες οδηγούσατε, οδηγάγατε
οδηγούσε, οδήγαγε οδηγούσαν(ε), οδήγαγαν, οδηγάγανε
Aorist οδήγησα οδηγήσαμε
οδήγησες οδηγήσατε
οδήγησε οδήγησαν, οδηγήσαν(ε)
Perfect έχω οδηγήσει,
έχω οδηγημένο
έχουμε οδηγήσει,
έχουμε οδηγημένο
έχεις οδηγήσει,
έχεις οδηγημένο
έχετε οδηγήσει,
έχετε οδηγημένο
έχει οδηγήσει,
έχει οδηγημένο
έχουν οδηγήσει,
έχουν οδηγημένο
Pluperfect είχα οδηγήσει,
είχα οδηγημένο
είχαμε οδηγήσει,
είχαμε οδηγημένο
είχες οδηγήσει,
είχες οδηγημένο
είχατε οδηγήσει,
είχατε οδηγημένο
είχε οδηγήσει,
είχε οδηγημένο
είχαν οδηγήσει,
είχαν οδηγημένο
Future (continuous) θα οδηγάω, θα οδηγώ θα οδηγάμε, θα οδηγούμε
θα οδηγάς θα οδηγάτε
θα οδηγάει, θα οδηγά θα οδηγάνε, θα οδηγάν, θα οδηγούν(ε)
Future (simple)ekomende tijd (2) θα οδηγήσω θα οδηγήσουμε, θα οδηγήσομε
θα οδηγήσεις θα οδηγήσετε
θα οδηγήσει θα οδηγήσουν(ε)
Future perfect θα έχω οδηγήσει,
θα έχω οδηγήσει
θα έχουμε οδηγήσει,
θα έχουμε οδηγημένο
θα έχεις οδηγήσει,
θα έχεις οδηγημένο
θα έχετε οδηγήσει,
θα έχετε οδηγημένο
θα έχει οδηγήσει,
θα έχει οδηγημένο
θα έχουν οδηγήσει,
θα έχουν οδηγημένο
Subjunctive mood
Present να οδηγάω, θα οδηγώ να οδηγάμε, θα οδηγούμε
να οδηγάς να οδηγάτε
να οδηγάει, θα οδηγά να οδηγάνε, θα οδηγάν, θα οδηγούν(ε)
Aorist να οδηγήσω να οδηγήσουμε, θα οδηγήσομε
να οδηγήσεις να οδηγήσετε
να οδηγήσει να οδηγήσουν(ε)
Perfect να έχω οδηγήσει,
να έχω οδηγημένο
να έχουμε οδηγήσει,
να έχουμε οδηγημένο
να έχεις οδηγήσει,
να έχεις οδηγημένο
να έχετε οδηγήσει,
να έχετε οδηγημένο
να έχει οδηγήσει,
να έχει οδηγημένο
να έχουν οδηγήσει,
να έχουν οδηγημένο
Present -- οδηγείτε
Aorist οδήγησε οδηγήστε, οδηγήσετε
Present οδηγώντας
Perfect έχοντας οδηγήσει, έχοντας οδηγημένο
Aorist οδηγήσει
Examples with «οδηγάω, οδηγώ»:
ελληνικά αγγλικά
Είμαστε υπερήφανοι που θα οδηγήσετε εσείς τους προσεχείς μήνες. We are proud that you are in charge in the coming months.
Σήμερα το απόγευμα οδηγούσα μέσω του Λονδίνο. Today in the afternoon I drove through London.
Αυτό οδήγησε σε μια ολοένα μεγαλύτερη ανάγκη για εποπτεία. This has led to an increasing need for overview.
Η απόφαση αυτή δεν θα μας οδηγήσει πουθενά That decision will not lead us anywhere.

Verbs with the same conjugation as «οδηγάω, οδηγώ»

Tenses - Moods Passive Voice
Indicative Mood Singular Plural
Present οδηγούμαι οδηγούμαστε
οδηγείσαι οδηγείστε
οδηγείται οδηγούνται
Imperfect οδηγούμουν οδηγούμαστε
-- --
οδηγούνταν, οδηγείτο οδηγούνταν, οδηγιούντο
Aorist οδηγήθηκα οδηγηθήκαμε
οδηγήθηκες οδηγηθήκατε
οδηγήθηκε οδηγήθηκαν, οδηγηθήκαν(ε)
Perfect έχω οδηγηθεί,
είμαι οδηγημένος, -η
έχουμε οδηγηθεί,
είμαστε οδηγημένοι, -ες
έχεις οδηγηθεί,
είσαι οδηγημένος, -η
έχετε οδηγηθεί,
είστε οδηγημένοι, -ες
έχει οδηγηθεί,
είναι οδηγημένος, -η, -ο
έχουν οδηγηθεί,
είναι οδηγημένοι, -ές, -α
Pluperfect είχα οδηγηθεί,
ήμουν οδηγημένος, -η
είχαμε οδηγηθεί,
ήμαστε οδηγημένοι, -ες
είχες οδηγηθεί,
ήσουν οδηγημένος, -η
είχατε οδηγηθεί,
ήσαστε οδηγημένοι, -ες
είχε οδηγηθεί,
ήταν οδηγημένος, -η, -ο
είχαν οδηγηθεί,
ήταν οδηγημένοι, -ες, -α
Future (continuous) θα οδηγούμαι θα οδηγούμαστε
θα οδηγείσαι θα οδηγείστε
θα οδηγείται θα οδηγούνται
Future (simple) θα οδηγηθώ θα οδηγηθούμε
θα οδηγηθείς θα οδηγηθείτε
θα οδηγηθεί θα οδηγηθούν(ε)
Future perfect θα έχω οδηγηθεί,
θα είμαι οδηγημένος, -η
θα έχουμε οδηγηθεί,
θα είμαστε οδηγημένοι, -ες
θα έχεις οδηγηθεί,
θα είσαι οδηγημένος, -η
θα έχετε οδηγηθεί,
θα είστε οδηγημένοι, -η
θα έχει οδηγηθεί,
θα είναι οδηγημένος, -η, -ο
θα έχουν οδηγηθεί,
θα είναι οδηγημένοι, -ες, -α
Subjunctive mood
Present να οδηγούμαι να οδηγούμαστε
να οδηγείσαι να οδηγείστε
να οδηγείται να οδηγούνται
Aorist να οδηγηθώ να οδηγηθούμε
να οδηγηθείς να οδηγηθείτε
να οδηγηθεί να οδηγηθούν(ε)
Perfect να έχω οδηγηθεί,
να είμαι οδηγημένος, -η
να έχουμε οδηγηθεί,
να είμαστε οδηγημένοι, -ες
να έχεις οδηγηθεί,
να είσαι οδηγημένος, -η
να έχετε οδηγηθεί,
να είστε οδηγημένοι, -ες
να έχει οδηγηθεί,
να είναι οδηγημένος, -η, -ο
να έχουν οδηγηθεί,
να είναι οδηγημένοι, -ες, -α
Present -- οδηγείστε
Aorist οδηγήσου οδηγηθείτε
Present --
Perfect οδηγημένος, -η, -ο οδηγημένοι, -ες, -α
Aorist οδηγηθεί
Examples with «οδηγούμαι»:
ελληνικά αγγλικά
Οδηγούμαι έτσι να πω «ναι». That leads me to say yes.
Πολλοί άνθρωποι στον κόσμο έχουν οδηγηθεί στη φτώχεια το 2009. Many people in the world were driven to poverty in 2009.
Το όχημα οδηγείται από οδηγό χωρίς άδεια οδήγησης The vehicle is driven by a driver without a driver's license.
Οδηγούμαστε προς ένα πιο εξελιγμένο σύστημα We are on the way to a more advanced system.

Verbs with the same conjugation as «οδηγούμαι»