Tenses - Moods Active voice
Indicative Mood Singular Plural
Present αμπαλάρω αμπαλάρουμε, αμπαλάρομε
αμπαλάρεις αμπαλάρετε
αμπαλάρει αμπαλάρουν(ε)
Imperfect αμπαλάριζα αμπαλάραμε
αμπαλάριζες αμπαλάρατε
αμπαλάριζε αμπαλάριζαν, αμπαλάραν(ε)
Aorist αμπαλάρισα αμπαλάραμε
αμπαλάρισες αμπαλάρατε
αμπαλάρισε αμπαλάρισαν, αμπαλάραν(ε)
Perfect έχω αμπαλάρει, έχω αμπαλαρισμένο έχουμε απαντήσει, έχουμε αμπαλαρισμένο
έχεις αμπαλάρει, έχεις αμπαλαρισμένο έχετε αμπαλάρει, έχετε αμπαλαρισμένο
έχει αμπαλάρει, έχει αμπαλαρισμένο έχουν αμπαλάρει, έχουν αμπαλαρισμένο
Pluperfect είχα αμπαλάρει, είχα αμπαλαρισμένο είχαμε αμπαλάρει, είχαμε αμπαλαρισμένο
είχες αμπαλάρει, είχες αμπαλαρισμένο είχατε αμπαλάρει, είχατε αμπαλαρισμένο
είχε αμπαλάρει, είχε απαντημένο είχαν αμπαλάρει, είχαν απαντημένο
Future (continuous) θα αμπαλάρω θα αμπαλάρουμε, θα αμπαλάρομε
θα αμπαλάρεις θα αμπαλάρετε
θα αμπαλάρουν θα αμπαλάρουν(ε)
Future (simple) θα αμπαλάρω θα αμπαλάρουμε, θα αμπαλάρομε
θα αμπαλάρεις θα αμπαλάρετε
θα αμπαλάρει θα αμπαλάρουν(ε)
Future perfect θα έχω αμπαλάρει,
θα έχω αμπαλαρισμένο
θα έχουμε αμπαλάρει,
θα έχουμε αμπαλαρισμένο
θα έχεις αμπαλάρει,
θα έχεις αμπαλαρισμένο
θα έχετε αμπαλάρει,
θα έχετε αμπαλαρισμένο
θα έχει αμπαλάρει,
θα έχει αμπαλαρισμένο
θα έχουν αμπαλάρει,
θα έχουν αμπαλαρισμένο(ε)
XSubjunctive mood
Present να αμπαλάρω να αμπαλάρουμε, να αμπαλάρομε
να αμπαλάρεις να αμπαλάρετε
να αμπαλάρει να αμπαλάρουν(ε)
Aorist να αμπαλάρω να αμπαλάρουν(ε)
να αμπαλάρεις να αμπαλάρετε
να αμπαλάρει να αμπαλάρουμε, να αμπαλάρομε
Perfect να έχω αμπαλάρει,
να έχω αμπαλαρισμένο
να έχουμε αμπαλάρει,
να έχουμε αμπαλαρισμένο
να έχεις απαντήσει,
να έχεις αμπαλαρισμένο
να έχετε αμπαλάρει,
να έχετε αμπαλαρισμένο
να έχει αμπαλάρει,
να έχει αμπαλαρισμένο
να έχουν αμπαλάρει,
να έχουν αμπαλαρισμένο
Imperative mood
Present αμπαλάριζε αμπαλάρετε
Aorist αμπαλάρισε αμπαλάρετε
Present αμπαλάροντας
Voltooid tegenwoordige tijd έχοντας αμπαλάρει, έχοντας αμπαλαρισμένο
Aorist αμπαλάρει
Examples with «αμπαλάρω»:
ελληνικά αγγλικά
Απλά θα αμπαλάρω μερικά πράγματα. I only pack some things.
Θα τον βοηθήσω ν'αμπαλάρει. I will help him with packing.
Μην αμπαλάρεις αυτό το πουκάμισο! Don't pack this shirt!
Είναι η πολυτελής τσάντα με την οποία είχαν αμπαλάρει. It is the luxury bag with which they were packed.

Verbs with the same conjugation as «αμπαλάρω»:

- αγκαζάρω to hire, reserve, book
- αλεγράρω to liven up
- βιράρω to weigh anchor
- κριτικάρω * to criticize, judge
- maïνάρω to slacken, strike, lower
- μποτιλιάρω * o bottle
- ραφινάρω * to refine
- ρεγουλάρω to regulate, set
- ρετουσάρω to retouch, touch up
- ρεφάρω to remake
- ρισκάρω to risk, take a chance
- σοφάρω to drive
- σπεκουλάρω to speculate
- φιγουράρω to appear
* These active verbs also have passive voices
Tenses - Moods Passive voice
Indicative Mood Singular Plural
Present αμπαλάρομαι αμπαλαριζόμαστε
αμπαλάρεσαι αμπαλάρεστε, αμπαλαριζόσαστε
αμπαλάρεται αμπαλάρονται
Imperfect αμπαλαριζόμουν(α) αμπαλαριζόμαστε, αμπαλαριζόμασταν
αμπαλαριζόσουν(α) αμπαλαριζόσαστε, αμπαλαριζόσασταν
αμπαλαριζόταν(ε αμπαλάρονταν, αμπαλαριζόντανε, αμπαλαριζόντουσαν
Aorist αμπαλαρίστηκα αμπαλαριστήκαμε
αμπαλαρίστηκες αμπαλαριστήκατε
αμπαλαρίστηκε αμπαλαριστήκαν(ε)
Perfect έχω αμπαλαριστεί,
είμαι αμπαλαρισμένος, -η
έχουμε αμπαλαριστεί,
είμαστε αμπαλαρισμένοι, -ες
έχεις αμπαλαριστεί,
είσαι αμπαλαρισμένος, -η
έχετε αμπαλαριστεί,
είστε αμπαλαρισμένοι, -ες
έχει αμπαλαριστεί,
είναι αμπαλαρισμένος, -η, -ο
έχουν αμπαλαριστεί,
είναι αμπαλαρισμένοι, -ες, -α
Pluperfect είχα αμπαλαριστεί,
ήμουν αμπαλαρισμένος, -η
είχαμε αμπαλαριστεί,
ήμαστε αμπαλαρισμένοι, -ες
είχες αμπαλαριστεί,
ήσουν αμπαλαρισμένος, -η
είχατε αμπαλαριστεί,
ήσαστε αμπαλαρισμένοι, -ες
είχε αμπαλαριστεί,
ήταν αμπαλαρισμένος, -η, -ο
είχαν αμπαλαριστεί,
ήταν αμπαλαρισμένοι, -ες, -α
Future (continuous) θα αμπαλάρομαι θα αμπαλαριζόμαστε
θα αμπαλάρεσαι θα αμπαλάρεστε, θα αμπαλαριζόσαστε
θα αμπαλάρεται θα αμπαλάρονται
Future (simple) θα αμπαλαριστώ θα αμπαλαριστούμε
θα αμπαλαριστείς θα αμπαλαριστείτε
θα αμπαλαριστεί θα αμπαλαριστούν(ε)
Future perfect θα έχω αμπαλαριστεί,
θα είμαι αμπαλαρισμένος, -η
θα έχουμε αμπαλαριστεί,
θα είμαστε αμπαλαρισμένοι,-ες
θα έχεις αμπαλαριστεί,
θα είσαι αμπαλαρισμένος, -η
θα έχετε αμπαλαριστεί,
θα είστε αμπαλαρισμένοι, -ες
θα έχει αμπαλαριστεί,
θα είναι αμπαλαρισμένος, -η, -ο
θα έχουν αμπαλαριστεί,
θα είναι αμπαλαρισμένοι, -ες, -α
Subjunctive mood
Present να αμπαλάρομαι να αμπαλαριζόμαστε
να αμπαλάρεσαι να αμπαλάρεστε, να αμπαλαριζόσαστε
να αμπαλάρεται να αμπαλάρονται
Aorist να αμπαλαριστώ να αμπαλαριστούμε
να αμπαλαριστείς να αμπαλαριστείτε
να αμπαλαριστεί να αμπαλαριστούν(ε)
Perfect να έχω αμπαλαριστεί,
να είμαι αμπαλαρισμένος, -η
να έχουμε αμπαλαριστεί,
να είμαστε αμπαλαρισμένοι,-ες
να έχεις αμπαλαριστεί,
να είσαι αμπαλαρισμένος, -η
να έχετε αμπαλαριστεί,
να είστε αμπαλαρισμένοι, -η
να έχει αμπαλαριστεί,
να είναι αμπαλαρισμένος, -η, -ο
να έχουν αμπαλαριστεί,
να είναι αμπαλαρισμένοι, -ες, -α
Imperative mood
Present -- αμπαλάρεστε
Aoris αμπαλαρίσου αμπαλαριστείτε
Perfect αμπαλαρισμένος, -η, -ο αμπαλαρισμένοι, -ες, -α
Aorist αμπαλαριστεί
Examples with «αμπαλάρομαι»:
ελληνικά αγγλικά
Τα πραγμάτα αυτά έχουν αμπαλαριστεί και θα μεταφερθούν. These things are packed and will be transferred.
Πολιτικά η κίνηση αυτή θα "αμπαλάρεται" ως φόροι. From a political point of view, this step (this decision) is 'packaged' as tax.
Το πακέτο βρίσκεται ακόμη αμπαλαρισμένο για μεταφορά. The package is still packaged for transport.
Πρόσκλησεις αμπαλάρονται σε εντυπωσιακό χαρτί. Invitations are packaged on impressive paper.

Verbs with the same conjugation as «αμπαλάρομαι»

- κριτικάρομαι to be criticized
- μποτιλιάρομαι to be bottled
- ραφινάρομαι to be refined
- σοκάρομαι to be shocked
- σοτάρομαι to be saturated
- φιλτράρomai to be filtered
- φρεσκάρomai to be refreshened

All abovementioned passive verbs have also active voices