meta name="keywords" content="modern greek on line, modern greek grammar, modern greek verb conjugation" />
Tenses - Moods Active voice
Indicative Mood Singular Plural
Present μολύνω μολύνουμε, μολύνομε
μολεις μολvύνεις
μολvύνει μολύνουν(ε)
Imperfect μόλυνα μολύναμε
μόλυνες μολύνατε
μόλυνε μόλυναν, μολύναν(ε)
Aorist μόλυνα μολύναμε
μόλυνες μολύνατε
μόλυνε μόλυναν, μολύναν(ε)
Perfect έχω μολύνει, έχω μολυμένο έχουμε μολύνει, έχουμε μολυμένο
έχεις μολύνει, έχεις μολυμένο έχετε μολύνει, έχετε μολυμένο
έχει μολύνει, έχει μολυμένο έχουν μολύνει, έχουν μολυμένο
Pluperfectd είχα μολύνει, είχα μολυμένο είχαμε μολύνει, είχαμε μολυμένο
είχες μολύνει, είχες μολυμένο είχατε μολύνει, είχατε μολυμένο
είχε μολύνει, είχε μολυμένο είχαν μολύνει, είχαν μολυμένο
Future (continuous) θα μολύνω θα μολύνουμε, θα μολύνομε
θα μολύνεις θα μολύνετε
θα μολύνει θα μολύνουν
Future (simple) θα μολύνω θα μολύνουμε, θα μολύνομε
θα μολύνεις θα μολύνετε
θα μολύνει θα μολύνουν(ε)
Future perfect θα έχω μολύνει,
θα έχω μολυμένο
θα έχουμε μολύνει,
θα έχουμε μολυμένο
θα έχεις μολύνει,
θα έχεις μολυμένο
θα έχετε μολύνει,
θα έχετε μολυμένο
θα έχει μολύνει,
θα έχει μολυμένο
θα έχουν μολύνει,
θα έχουν μολυμένο(ε)
Subjunctive mood
Present να μολύνω να vύνουμε, να μολύνομε
να μολύνεις να μολύνετε
να μολύνει να μολύνουν(ε)
Aorist να μολύνω να μολύνουμε, να μολύνομε
να μολύνεις να μολύνετε
να μολύνει να μολύνουν(ε)
Perfect να έχω μολύνει,
να έχω μολυμένο
να έχουμε μολύνει,
να έχουμε μολυμένο
να έχεις μολύνει,
να έχεις μολυμένο
να έχετε μολύνει,
να έχετε μολυμένο
να έχει μολύνει,
να έχει μολυμένο
να έχουν μολύνει,
να έχουν μολυμένο
Imperative mood
Present μόλυνε μολύνετε
Aorist μόλυνε μολύνετε
Present μολύνοντας
Perfect έχοντας μολύνει, έχοντας μολυμένο
Aorist μολύνει
Examples with «μολύνω»:
ελληνικά αγγλικά
Δεν ειναι καποιος ιος που σε μολυνει. He has no virus that infects you.
Αυτή η αρρώστια με έχει μολύνει πολύ καιρό πριν. This disease has infected me a long time ago.
Μολύνουν όλες τις άλλες μορφές ζωής με αυτή την μαύρη ουσία. They infect all other forms of life with this black substance.
Πρωταρχικά δεν μολύνουμε το περιβάλλον του νησιού μας. First of all, we do not pollute the environment of our island.

Verbs with the same conjugation as «μολύνω»

- απευθύνω to deliver, address
- αποθαρρύνω to discourage
- απομακρύνω to move away, remove
- βαρύνω to burden, make heavy
- βραδύνω to slow down, be delayed
- διευθύνω to manage, run
- διευκολύνω to facilitate, ease
- διευρύνω to widen, extend, broaden
- ενθαρρύνω to encourage
- ευκολύνω to ease, help out, make easier
- ευρύνω to broaden, widen
- καταπραΰνω to relieve, ease, control
- κατευθύνω to drive, steer, fly
- τραχύνω to make rough
Abovementioned active verbs all have passive voices.
Tenses - Moods Passive voice
Indicative Mood Singular Plural
Present μολύνομαι μολυνόμαστε
μολύνεσαι μολύνεστε, μολυνόσαστε
μολύνεται μολύνονται
Imperfect μολυνόμουν(α) μολυνόμαστε, μολυνόμασταν
μολυνόσουν(α) μολυνόσαστε, μολυνόσασταν
μολυνόταν(ε) μολύνονταν, μολυνόντανε, μολυνόντουσαν
Aorist μολύνθηκα μολυνθήκαμε
μολύνθηκες μολυνθήκατε
μολύνθηκε μολύνθηκαν, μολυνθήκαν(ε
Present έχω μολυνθεί,
είμαι μολυμένος, -η
έχουμε μολυνθεί,
είμαστε μολυμένοι, -ες
έχεις μολυνθεί,
είσαι μολυμένος, -η
έχετε μολυνθεί,
είστε μολυμένοι, -ες
έχει μολυνθεί,
είναι μολυμένος, -η, -ο
έχουν μολυνθεί,
είναι μολυμένοι, -ες, -α
Pluperfect είχα μολυνθεί,
ήμουν μολυμένος, -η
είχαμε μολυνθεί,
ήμαστε μολυμένοι, -ες
είχες μολυνθεί,
ήσουν μολυμένος, -η
είχατε μολυνθεί,
ήσαστε μολυμένοι, -ες
είχε μολυνθεί,
ήταν μολυμένος, -η, -ο
είχαν μολυνθεί,
ήταν μολυμένοι, -ες, -α
Future (continuous) θα μολύνομαι θα μολυνόμαστε
θα μολύνεσαι θα μολύνεστε, θα μολυνόσαστε
θα μολύνεται θα μολύνονται
Future (simple) θα μολυνθώ θα μολυνθούμε
θα μολυνθείς θα μολυνθείτε
θα μολυνθεί θα μολυνθούν(ε)
Furure perfect θα έχω μολυνθεί,
θα είμαι μολυμένος, -η
θα έχουμε μολυνθεί,
θα είμαστε μολυμένοι,-ες
θα έχεις μολυνθεί,
θα είσαι μολυμένος, -η
θα έχετε μολυνθεί,
θα είστε μολυμένοι, -ες
θα έχει μολυνθεί,
θα είναι μολυμένος, -η, -ο
θα έχουν μολυνθεί,
θα είναι μολυμένοι, -ες, -α
Subjunctive mood
Present να μολύνομαι να μολυνόμαστε
να μολύνεσαι να μολύνεστε, να μολυνόσαστε
να μολύνεται να μολύνονται
Aorist να μολυνθώ να μολυνθούμε
να μολυνθείς να μολυνθείτε
να μολυνθεί να μολυνθούν(ε)
Perfect να έχω μολυνθεί,
να είμαι μολυμένος, -η
να έχουμε μολυνθεί,
να είμαστε μολυμένοι,-ες
να έχεις μολυνθεί,
να είσαι μολυμένος, -η
να έχετε μολυνθεί,
να είστε μολυμένοι, -η
να έχει μολυνθεί,
να είναι μολυμένος, -η, -ο
να έχουν μολυνθεί,
να είναι μολυμένοι, -ες, -α
Impererative mood
Present -- μολύνεστε
Aorist μολύνσου μολυνθείτε
Perfect μολυμένος, -η, -ο μολυμένοι, -ες, -α
Aorist μολυνθεί
Examples with «μολύνομαι»:
ελληνικά αγγλικά
Μολύνεται το πόσιμο νερό μας. Our drinking water is contaminated.
Τα ζώα μολύνονται μέσων των ζωοτροφών και ρύπανσης του περιβάλλοντος. The livestock is contaminated with food and environmental pollution.
Πως μολύνθηκαν χωρίς δάγκωμα; How was he infected without a bite?
Υια το καλό της υγείας μολυνόμαστε με αρνητική ενέργεια και άγχος. For the sake of health, we are infected with negative energy and anxiety.

Verbs with the same conjugation as «μολύνομαι»

- αμύνομαι to defend, fight back
- απευθύνομαι to address, write to, apply to
- αποθαρρύνομαι to be discouraged
- απομακρύνομαι to move away, back off, fend off
- βαρύνομαι to be charged, be accused
- δασύνομαι * to aspirate (rough)ruw
- διευθύνομαι to be managed, be directed
- διευκολύνομαι to be facilitated
- διευρύνομαι to be infecteto expand, widen
- ενθαρρύνομαι to be encouraged
- ευθύνομαι * to be resposible
- ευκολύνομαι to be able to afford
- ευρύνομαι to be widened
- καταπραΰνομαι to be relieved, be eased
- κατευθύνομαι to head for, be bound for
- τραχύνομαι to roughen
* These verbs don't have active voices and only the present tenses and the imperfect tenses are used.