dutch flag
Tenses - moods Active voice
Indicative mood Singular Plural
Present εμπνέω εμπνέουμε, εμπνέομε
εμπνέεις εμπνέετε
εμπνέει εμπνέουν(ε)
Imperfect ενέμπνεα εμπνέαμε
ενέμπνεες εμπνέατε
ενέμπνεε ενέμπνεαν, εμπνέαν(ε)
Aorist (simple past) ενέπνευσα εμπνεύσαμε
ενέπνευσες εμπνεύσατε
ενέπνευσε ενέπνευσαν, εμπνεύσαν(ε)
Perfect έχω εμπνεύσει έχουμε εμπνεύσει
έχεις εμπνεύσει έχετε εμπνεύσει
έχει εμπνεύσει έχουν εμπνεύσει
Pluperfect είχα εμπνεύσει είχαμε εμπνεύσει
είχες εμπνεύσει είχατε εμπνεύσει
είχε εμπνεύσει είχαν εμπνεύσει
Future (continuous) θα εμπνέω θα εμπνέουμε, θα εμπνέομε
θα εμπνέεις θα εμπνέετε
θα εμπνέει θα εμπνέουν(ε)
Future (simple) θα εμπνεύσω θα εμπνεύσουμε, θα εμπνεύσομε
θα εμπνεύσεις θα εμπνεύσετε
θα εμπνεύσει θα εμπνεύσουν(ε)
Future Perfect θα έχω εμπνεύσει θα έχουμε εμπνεύσει
θα έχεις εμπνεύσει θα έχετε εμπνεύσει
θα έχει εμπνεύσει θα έχουν εμπνεύσει
Subjunctive mood
Present να εμπνέω να εμπνέουμε, να εμπνέομε
να εμπνέεις να εμπνέετε
να εμπνέει να εμπνέουν(ε)
Aorist να εμπνεύσω να εμπνεύσουμε, να εμπνεύσομε
να εμπνεύσεις να εμπνεύσετε
να εμπνεύσει να εμπνεύσουν(ε)
Perfect να έχω εμπνεύσει να έχουμε εμπνεύσει
να έχεις εμπνεύσει να έχετε εμπνεύσει
να έχει εμπνεύσει να έχουν εμπνεύσει
Imperative mood
Present έμπνεε εμπνέετε
Aorist έμπνευσε εμπνεύσετε, εμπνεύστε
Participle
Present εμπνέοντας
Perfect έχοντας εμπνεύσει
Infinitive
Aorist εμπνεύσει
Examples with «εμπνέω»:
ελληνικά αγγικά
Είναι καθήκον μας να τους εμπνέουν. It is our duty to inspire them.
Η θέα στο τοπίο με εμπνέει. The view of the landscape inspires me.
Ο δάσκαλός τους τους είχε εμπνεύσει προς την αγάπη και το ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία. Their teacher had inspired them towards love and interest for literature.
Tο ύφος του δε μου εμπνέει καμία εμπιστοσύνη I don't have any confidence in his style.

Verbs with the same conjugation as «εμπνέω»

- αναπνέω breathe
- αποπλέω put to sea, sail away
- αποπνέω to exhale
- απορρέω to result from
- διαρρέω * to flood through, seep, soak, leak
- εκπνέω to exhale, breathe out
- καταπλέω too sail in, down (a river)
- καταρρέω to collapse, cave in
- περιπλέω to tranship, sail around
- πλέω to float, navigate, sail
- πνέω to blow, breathe one's last
- ρέω to flow, stream
- συμπλέω sail together
- συρρέω to flow together, confluence, converge
- .

* This is the only verb with a passive voice.

Tenses - moods Passive voice
Indicative mood Singular Plural
Present εμπνέομαι εμπνεόμαστε
εμπνέεσαι εμπνέεστε, εμπνεόσαστε
εμπνέεται εμπνέονται
Imperfect εμπνεόμουν(α) εμπνεόμαστε, εμπνεόμασταν
εμπνεόσουν(α) εμπνεόσαστε, εμπνεόσασταν
εμπνεόταν(ε εμπνέονταν, εμπνεόντανε, εμπνεόντουσαν
Aorist (simple past) εμπνεύστηκα εμπνευστήκαμε
εμπνεύστηκες εμπνευστήκατε
εμπνεύστηκε εμπνεύστηκαν, εμπνευστήκαν(ε)
Perfect έχω εμπνευστεί,
είμαι εμπνευσμένος, -η
έχουμε εμπνευστεί,
είμαστε εμπνευσμένοι, -ες
έχεις εμπνευστεί,
είσαι εμπνευσμένος, -η
έχετε εμπνευστεί,
είστε εμπνευσμένοι, -ες
έχει εμπνευστεί,
είναι εμπνευσμένος, -η, -ο
έχουν εμπνευστεί,
είναι εμπνευσμένοι, -ες, -α
Pluperfect είχα εμπνευστεί,
ήμουν εμπνευσμένος, -η
είχαμε εμπνευστεί,
ήμαστε εμπνευσμένοι, -ες
είχες εμπνευστεί,
ήσουν εμπνευσμένος, -η
είχατε εμπνευστεί,
ήσαστε εμπνευσμένοι, -ες
είχε εμπνευστεί,
ήταν εμπνευσμένος, -η, -ο
είχαν εμπνευστεί,
ήταν εμπνευσμένοι, -ες, -α
Future (continuous) θα εμπνέομαι θα εμπνεόμαστε
θα εμπνέεσαι θα εμπνέεστε, θα εμπνεόσαστε
θα εμπνέεται θα εμπνέονται
Future (simple) θα εμπνευστώ θα εμπνευστούμε
θα εμπνευστείς θα εμπνευστείτε
θα εμπνευστεί θα εμπνευστούν(ε)
Future Perfect θα έχω εμπνευστεί,
θα είμαι εμπνευσμένος, -η
θα έχουμε εμπνευστεί,
θα είμαστε εμπνευσμένοι,-ες
θα έχεις εμπνευστεί,
θα είσαι εμπνευσμένος, -η
θα έχετε εμπνευστεί,
θα είστε εμπνευσμένοι, -ες
θα έχει εμπνευστεί,
θα είναι εμπνευσμένος, -η, -ο
θα έχουν εμπνευστεί,
θα είναι εμπνευσμένοι, -ες, -α
Subjunctive mood
Present να εμπνέομαι να εμπνεόμαστε
να εμπνέεσαι να εμπνέεστε, να εμπνεόσαστε
να εμπνέεται να εμπνέονται
Aorist να εμπνευστώ να εμπνευστούμε
να εμπνευστείς να εμπνευστείτε
να εμπνευστεί να εμπνευστούν(ε)
Perfect να έχω εμπνευστεί,
να είμαι εμπνευσμένος, -η
να έχουμε εμπνευστεί,
να είμαστε εμπνευσμένοι,-ες
να έχεις εμπνευστεί,
να είσαι εμπνευσμένος, -η
να έχετε εμπνευστεί,
να είστε εμπνευσμένοι, -η
να έχει εμπνευστεί,
να είναι εμπνευσμένος, -η, -ο
να έχουν εμπνευστεί,
να είναι εμπνευσμένοι, -ες, -α
Imperative mood
Present -- εμπνέεστε
Aorist εμπνεύσου εμπνευστείτε
Participle
Present απαντώμενος
Perfect εμπνευσμένος, -η, -ο εμπνευσμένοι, -ες, -α
Infinitive
Aorist εμπνευστεί
Examples with «εμπνέομαι»:
ελληνικά αγγικά
Εμπνεύστηκε για τη ζωγραφική του στη φύση. He got inspiration for the painting in nature.
Είχαμε πολλές εμπνευσμένες συζητήσεις. We had a lot of inspiring conversations.
Το θέμα της ζωγραφικής του της εμπνεύστηκε πολύ. She got much inspiration through the subject of the painting.
Αυτό εμπνέεται από τον πόθο μας για ειρήνη και ασφάλεια. This is instilled by our desire for peace and security.

Verb with the same conjugation as «εμπνέομαι»

- διαρρέομαι to leak (also fig.)