dutch flag
Tenses - moods Active voice
Indicative mood Singular Plural
Present πνίγω πνίγουμε, πνίγομε
πνίγεις πνίγετε
πνίγει πνίγουν(ε)
Imperfect έπνιγα πνίγαμε
έπνιγες πνίγατε
έπνιγε έπνιγαν, πνίγαν(ε)
Aorist (simple past) έπνιξα πνίξαμε
έπνιξες πνίξατε
έπνιξε έπνιξαν, πνίξαν(ε)
Perfect έχω πνίξει, έχω πνιγμένο έχουμε πνίξει, έχουμε πνιγμένο
έχεις πνίξει, έχεις πνιγμένο έχετε πνίξει, έχετε ανοιγμένο
έχει πνίξει, έχει πνιγμένο έχουν πνίξει, έχουν πνιγμένο
Pluperfect είχα πνίξει, είχα πνιγμένο είχαμε πνίξει, είχαμε πνιγμένο
είχες πνίξει, είχες πνιγμένο είχατε πνίξει, είχατε πνιγμένο
είχε πνίξει, είχε πνιγμένο είχαν πνίξει, είχαν πνιγμένο
Future (continuous) θα πνίγω θα πνίγουμε, θα πνίγομε
θα πνίγεις θα πνίγετε
θα πνίγει θα πνίγουν(ε)
Future (simple) θα πνίξω θα πνίξουμε, θα πνίξομε
θα πνίξεις θα πνίξετε
θα πνίξει θα πνίξουν(ε)
Future Perfec θα έχω πνίξει, θα έχω πνιγμένο θα έχουμε πνίξει, θα έχουμε πνιγμένο
θα έχεις πνίξει, θα έχεις πνιγμένο θα έχετε πνίξει, θα έχετε πνιγμένο
θα έχει πνίξει, θα έχει πνιγμένο θα έχουν πνίξει, θα έχουν πνιγμένο
Subjunctive mood
Present να πνίγω να πνίγουμε, να πνίγομε
να πνίγεις να πνίγετε
να πνίγει να πνίγουν(ε)
Aorist να πνίξω να πνίξουμε, να πνίξομε
να πνίξεις να πνίξετε
να πνίξει να πνίξουν(ε)
Perfect να έχω πνίξει, να έχω πνιγμένο να έχουμε πνίξει, να έχουμε πνιγμένο
να έχεις πνίξει, να έχεις πνιγμένο να έχετε πνίξει, να έχετε πνιγμένο
να έχει πνίξει, να έχει πνιγμένο να έχουν πνίξει, να έχουν πνιγμένο
Imperative mood
Present έπνιγε έπνιξε
Aorist άνοιξε πνίξτε, πνίχτε
Participle
Present πνίγοντας
Perfect έχοντας πνίξει,
έχοντας πνιγμένο
Infinitive
Aorist πνίξει

Examples with «πνίγω»:

ελληνικά αγγικά
Πνίγω στα χρέη. To be up to your ears in debt.
Tην έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια. He strangled her with his own hands.
Φύγε, γιατί θα σε πνίξω! Go away, or I kill you!
Tο παχύ χαλί έπνιγε τον ήχο των βημάτων τους. The thick carpet muffled the sound of their steps.
Έπνιξε τον πόνο του στο κρασί. He suppressed his sorrow with wine.
Tα ζιζάνια έπνιξαν τα στάχυα. The weeds choked up the ears of corn.
Verbs with the same conjugation as «πνίγω»:
- ανοίγω to open, unclose, uncork
- απολήγω * to culminate (end), result in
- αχνοφέγγω * to glimmer, shimmer
- διαλέγω to pick, choose, select
- θίγω to affect, touch (deal with)
- καταλήγω * to end, result, resort
- καταπνίγω to surpress, stiffle, stamp out
- λήγω * to call (due), expire, lapse
- ξανοίγω to brighten up, lighten
- ξετυλίγω to unroll, unwrap, unwind
- περιτυλίγω to entwine, swathe
- σφίγγω to fix, firm, press, tighten, clench
- τυλίγω to wind, muffle, spool, swaddle
- ψέγω * to fault, knock (critisize), reproach
- .

* These active verbs don't have passive voices

**


«πνίγω» is also used as wordt ook gebruikt als to block, to suppress, to express

Tenses - moods Passive voice
Indicative mood Singular Plural
Present πνίγομαι πνιγόμαστε
πνίγεσαι πνίγεστε, πνιγόσαστε
πνίγεται πνίγονται
Imperfect πνιγόμουν(α) πνιγόμαστε, πνιγόμασταν
πνιγόσουν(α) πνιγόσαστε, πνιγόσασταν
πνιγόταν πνίγονταν, πνιγόντανε, πνιγόντουσαν
Aorist (simple past) πνίγηκα πνιγήκαμε
πνίγηκες πνιγήκατε
πνίγηκε πνίγηκαν, πνιγήκαν(ε)
Perfect έχω πνιγεί,
είμαι πνιγμένος, -η
έχουμε πνιγεί,
είμαστε πνιγμένοι, -ες
έχεις πνιγεί,
είσαι πνιγμένος, -η
έχετε πνιγεί,
είστε πνιγμένοι, -ες
έχει πνιγεί,
είναι πνιγμένος, -η, -ο
έχουν πνιγεί,
είναι πνιγμένοι, -ες, -α
Pluperfect είχα πνιγεί,
ήμουν πνιγμένος, -η
είχαμε πνιγεί,
ήμαστε πνιγμένοι, -ες
είχες πνιγεί,
ήσουν πνιγμένος, -η
είχατε ανοιχτεί,
ήσαστε πνιγμένοι, -ες
είχε πνιγεί,
ήταν πνιγμένος, -η, -ο
είχαν πνιγεί,
ήταν πνιγμένοι, -ες, -α
Future (continuous) θα πνίγομαι θα πνιγόμαστε
θα πνίγεσαι θα πνίγεστε, θα πνιγόσαστε
θα πνίγεται θα πνίγονται
Future (simple) θα πνιγώ θα πνιγούμε
θα πνιγείς θα πνιγείτε
θα πνιγεί θα πνιγούν(ε)
Future Perfec θα έχω πνιγεί,
θα είμαι πνιγμένος, -η
θα έχουμε πνιγεί,
θα είμαστε πνιγμένοι, -ες
θα έχεις πνιγεί,
θα είσαι πνιγμένος, -η
θα έχετε πνιγεί,
θα είστε πνιγμένοι, -ες
θα έχει πνιγεί,
θα είναι πνιγμένος, -η, -ο
θα έχουν πνιγεί,
θα είναι πνιγμένοι, -ες, -α
Subjunctive mood
Present να πνίγομαι να πνιγόμαστε
να πνίγεσαι να πνίγεστε, να πνιγόσαστε
να πνίγεται να πνίγονται
Aorist να πνιγώ να πνιγούμε
να πνιγείς να πνιγείτε
να πνιγεί να πνιγούν(ε)
Perfect να έχω πνιγεί,
να είμαι πνιγμένος, -η
να έχουμε πνιγεί,
να είμαστε πνιγμένοι, -ες
να έχεις πνιγεί,
να είσαι πνιγμένος, -η
να έχετε πνιγεί,
να είστε πνιγμένοι, -ες
να έχει πνιγεί,
να είναι πνιγμένος, -η, -ο
να έχουν πνιγεί,
να είναι πνιγμένοι, -ες, -α
Imperative mood
Present -- πνίγεστε
Aorist πνίξου πνιγείτε
Participle
Present --
Perfect πνιγμένος, -η, -ο πνιγμένοι, -ες, -α
Infinitive
Aorists πνιγεί

Examples with «πνίγομαι»:

ελληνικά αγγικά
Πνίγομαι στη δουλειά. I'm up to my ears with work.
Ο κήπος είναι πνιγμένος στα λουλούδια. The garden is covered with flowers.
Πνιγήκαμε στη σκόνη. We were drowning in dust.
Πνίγηκε στη θάλασσα ενώ κολυμπούσε. He/she drowned in the sea while he/she was swimming.
Verbs with the same conjugation as «πνίγομαι»:
- καταπνίγω to stiffle, suppress

«πνίγομαι» and «καταπνίγομαι» are irregular passive verb voices.