dutch flag
Tenses - moods Active voice
Indicative mood Singular Plural
Present βλάφτω βλάφτουμε, βλάφτομε
βλάφτεις βλάφτετε
βλάφτει βλάφτουν(ε)
Imperfect έβλαφτα βλάφταμε
έβλαφτες βλάφτατε
έβλαφτε έβλαφταν, βλάφταν(ε)
Aorist (simple past) έβλαψα βλάψαμε
έβλαψες βλάψατε
έβλαψε έβλαψαν, βλάψαν(ε)
Perfect έχω βλάψει έχουμε βλάψει
έχεις βλάψει έχετε βλάψει
έχει βλάψει έχουν βλάψει
Pluperfect είχα βλάψει είχαμε βλάψει
είχες βλάψει είχατε βλάψει
είχε βλάψει είχαν βλάψει
Future (continuous) θα βλάφτω θα βλάφτουμε, θα βλάφτομε
θα βλάφτεις θα βλάφτετε
θα βλάφτει θα βλάφτουν(ε)
Future (simple) θα βλάψω θα βλάψουμε, θα βλάψομε
θα βλάψεις θα βλάψετε
θα βλάψει θα βλάψουν
Future Perfect θα έχω βλάψει θα έχουμε βλάψει
θα έχεις βλάψει θα έχετε βλάψει
θα έχει βλάψει θα έχουν βλάψει
Subjunctive mood
Present να βλάφτω να βλάφτουμε, να βλάφτομε
να βλάφτεις να βλάφτετε
να βλάφτει να βλάφτουν(ε)
Aorist να βλάψω να βλάψουμε, να βλάψομε
να βλάψεις να βλάψετε
να βλάψει να βλάψουν(ε)
Perfect να έχω βλάψει να έχουμε βλάψει
να έχεις βλάψει να έχετε βλάψει
να έχει βλάψει να έχουν βλάψει
Imperative mood
Present βλάφτε βλάφτετε
Aorist βλάψε βλάψετε, βλάψτε
Participle
Present βλάφτοντας
Perfect έχοντας βλάψει
Infinitive
Aorist βλάψει

Examples with «βλάφτω»:

ελληνικά αγγικά
Δε θα σε βλάψει αν μας βοηθήσεις λίγο. It will not harm you, if you help us a little bit.
Η φωτιά που έπιασε στο γκαράζ δεν έβλαψε το σπίτι. The fire that broke out in the garage, did not damage the house.
Κλείνοντας η εταιρεία έβλαψαν τους εργαζόμενοι. Closing the company harmed the employees.
Η εξαγωγή αγορά από την Ισπανία έχει βλαφτεί και διαταραχθεί. The export market of Spain has been damaged and disturbed
Verbs with the same conjugation as «βλάφτω»:
- αστράφτω to flash, lighten
- χάφτω to bolt, gulp down (food)
 

The verb «βλάφτω» has the following second active and passive voices «βλάπτω» and «βλάπtomai», with conjugations just as «καλύπτω»/«καλύπτομαι».

The abovementioned active verbs don't have passive voices.

Tenses - moods Passive voice
Indicative mood Singular Plural
Present βλάφτομαι βλαφτόμαστε
βλάφτεσαι βλάφτεστε, βλαφτόσαστε
βλάφτεται βλάφτονται
Imperfect βλαφτόμουν(α) βλαφτόμαστε, βλαφτόμασταν
βλαφτόσουν(α) βλαφτόσαστε, βλαφτόσασταν
βλαφτόταν(ε) βλάφτονταν, βλαφτόντανε, βλαφτόντουσαν
Aorist (simple past) βλάφτηκα βλαφτήκαμε
βλάφτηκες βλαφτήκατε
βλάφτηκε βλάφτηκαν, βλαφτήκαν(ε)
Perfect έχω βλαφτεί έχουμε βλαφτεί
έχεις βλαφτεί έχετε βλαφτεί
έχει βλαφτεί έχουν βλαφτε
Pluperfect είχα βλαφτεί είχαμε βλαφτεί
είχες βλαφτεί είχατε βλαφτεί
είχε βλαφτεί είχαν βλαφτεί
Future (continuous) θα βλάφτομαι θα βλαφτόμαστε
θα βλάφτεσαι θα βλάφτεστε, θα βλαφτόσαστε
θα βλάφτεται θα βλάφτονται
Future (simple) θα βλαφτώ θα βλαφτούμε
θα βλαφτείς θα βλαφτείτε
θα βλαφτεί θα βλαφτούν(ε)
Future Perfect θα έχω βλαφτεί θα έχουμε βλαφτεί
θα έχεις βλαφτεί θα έχετε βλαφτεί
θα έχει βλαφτεί θα έχουν βλαφτεί
Subjunctive mood
Present να βλάφτομαι να βλαφτόμαστε
να βλάφτεσαι να βλάφτεστε, να βλαφτόσαστε
να βλάφτεται να βλάφτονται
Aorist να βλαφτώ να βλαφτούμε
να βλαφτείς να βλαφτείτε
να βλαφτεί να βλαφτούν(ε)
Perfect να έχω βλαφτεί να έχουμε βλαφτεί
να έχεις βλαφτεί να έχετε βλαφτεί
να έχει βλαφτεί να έχουν βλαφτεί
Imperative mood
Present -- βλάφτεστε
Aorist βλάψου βλαφτείτε
Participle
Present --
Perfect βλαμμένος, -η, -ο βλαμμένοι, -ες, -α
Infinitive
Aorist βλαφτεί

Examples with «βλάφτομαι»:

ελληνικά αγγικά
Ας ψάχνουμε γιατί οι βλαμμένοι θα είναι να βρεθούν. Let's search, for the underdogs will be found.
Είχε καμωμένο χωρίς να κινδυνέψει η υγεία του λαού και χωρίς να βλαφτεί το περιβάλλον. It was done without endangering the public health and without damaging the environment.
Αν δεν τους ενημερώνετε Θα βλαφτείτε τους πελάτες σας. If you don't inform them you will disadvantage your customers.
Η σταρ δεν βλάφτηκε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. The star was no damage during the movie recording.
Verbs with the same conjugation as «βλάφτομαι»:
- σκέφτομαι to contemplate, think of, think up
 

The verb «σκέφτομαι» has no active voice. It has the following second passive voice «σκέπτομαι», which is conjugated as «καλύπτω»/«καλύπτομαι».