Tenses - moods Passive voice
Indicative Mood Singular Plural
Present αποπειρώμαι αποπειρόμαστε, αποπειρώμεθα
αποπειράσαι αποπειράστε, αποπειράσθε
αποπειράται αποπειρώνται
Imperfect -- --
-- --
απεπειράτο απεπειρώντο
Aorist (simple past) αποπειράθηκα αποπειραθήκαμε
αποπειράθηκες αποπειραθήκατε
αποπειράθηκε αποπειράθηκαν, αποπειραθήκανε
Perfect έχω αποπειραθεί έχουμε αποπειραθεί
έχεις αποπειραθεί έχετε αποπειραθεί
έχει αποπειραθεί έχουν αποπειραθεί
Plusperfect είχα αποπειραθεί είχαμε αποπειραθεί
είχες αποπειραθεί είχατε αποπειραθεί
είχε αποπειραθεί είχαν αποπειραθεί
Future (continuous) θα αποπειρώμαι θα αποπειρόμαστε, θα αποπειρώμεθα
θα αποπειρώμαι θα αποπειράστε, θα αποπειράσθε
θα αποπειράται θα αποπειρώνται
Future (simple) θα αποπειραθώ θα αποπειραθούμε
θα αποπειραθείς θα αποπειραθείτε
θα αποπειραθεί θα αποπειραθούν(ε)
Future Perfect θα έχω αποπειραθεί θα έχουμε αποπειραθεί
θα έχεις αποπειραθεί θα έχετε αποπειραθεί
θα έχει αποπειραθεί θα έχουν αποπειραθεί
Subjunctive Mood
Present να αποπειρώμαι να αποπειρόμαστε, να αποπειρώμεθα
να αποπειράσαι να αποπειράστε, να αποπειράσθε
να αποπειράται να αποπειρώνται
Aorist να αποπειραθώ να αποπειραθούμε
να αποπειραθείς να αποπειραθείτε
να αποπειραθεί να αποπειραθούν(ε)
Perfect να έχω αποπειραθεί να έχουμε αποπειραθεί
να έχεις αποπειραθεί να έχετε αποπειραθεί
να έχει αποπειραθεί να έχουν αποπειραθεί
Imperative Mood
Present -- --
Aorist -- αποπειραθείτε
Present --
Perfect -- αποπειρώμενος
Aorist αποπειραθεί
Examples with «αποπειρώμαι»:
ελληνικά αγγλικά
Aποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. He/she committed suicide.
Aποπειράθηκαν να διαρρήξουν τράπεζα. They tried to break in the bank.
Είναι στην ελεύθερη βούληση του οποιουδήποτε να το αποπειραθεί. It is of one's own free will that everybody tries.