Tenses - moods Passive voice
Indicative Mood Singular Plural
Present ντρέπομαι ντρεπόμαστε
ντρέπεσαι ντρέπεστε, ντρεπόσαστε
ντρέπεται ντρέπονται
Imperfect ντρεπόμουν(α) ντρεπόμαστε, ντρεπόμασταν
ντρεπόσουν(α) ντρεπόσαστε, ντρεπόσασταν
ντρεπόταν(ε) ντρέπονταν, ντρεπόντανε, ντρεπόντουσαν
Aorist (simple past) ντράπηκα ντραπήκαμε
ντράπηκες ντράπηκατε
ντράπηκει ντράπηκαν, ντραπήκαν(ε)
Perfect έχω ντραπεί έχουμε ντραπεί
έχεις ντραπεί έχουμε ντραπεί
έχει ντραπεί έχουν ντραπεί
Pluperfect είχα ντραπεί είχαμε ντραπεί
είχες ντραπεί είχατε ντραπεί
είχε ντραπεί είχαν ντραπεί
Future (continuous) θα ντρέπομαι θα ντρεπόμαστε
θα ντρέπεσαι θα ντρέπεστε, θα ντρεπόσαστε
θα ντρέπεται θα ντρέπονται
Future (simple) θα ντραπώ θα ντραπούμε
θα ντραπείς θα ντραπείτε
θα ντραπεί θα ντραπούν(ε)
Future Perfect θα έχω ντραπεί θα έχουμε ντραπεί
θα έχεις ντραπεί θα έχετε ντραπεί
θα έχει ντραπεί θα έχουν ντραπεί
Subjunctive Mood
Present να ντρέπομαι να ντρεπόμαστε
να ντρέπεσαι να ντρέπεστε, να ντρεπόσαστε
να ντρέπεται να ντρέπονται
Aorist να ντραπώ να ντραπούμε
να ντραπείς να ντραπείτε
να ντραπεί να ντραπούν(ε)
Perfect να έχω ντραπεί να έχουμε ντραπεί
να έχεις ντραπεί να έχετε ντραπεί
να έχει ντραπεί να έχουν ντραπεί
Imperative Mood
Present -- ντρέπεστε
Aorist ντραπείτε
Aorist ντραπεί
Examples with «ντρέπομαι»:
ελληνικά αγγλικά
H μαθήτρια ντρέπεται να μιλήσει μέσα στην τάξη. The day girl isn't ashamed to speak in the classroom.
Mη με ντρέπεσαι, μίλησέ μου ελεύθερα! Don't be embarrassed to speak freely with me!
Nτράπηκε που την είδε γυμνή. She was ashamed that he saw her naked.
Mην ντρέπεσαι να ζητήσεις κι άλλο φαγητό. Don't be embarrassed to ask for more food.
Ντρέπομαι για ό,τι έκανα και ζητώ συγγνώμη. I'm ashamed for what I did and I apologize.
Θα ΄πρεπε να ντρέπεσαι που μου φέρθηκες έτσι! You should have been ashamed of yourself to treat me like that!
Ντρέπεστε να μη μ' εμπιστεύεστε! Shame on you, not to trust me!
Verbs with the same conjugation as «ντρέπομαι»:
- επιτρέπομαι to allow, permit, may
- τρέπομαι to turn