Tenses - Moods Active voice
Indicative Mood Singular Plural
Present αποδίδω αποδίδουμε, αποδίδομε
αποδίδεις αποδίδετε
αποδίδει αποδίδουν(ε)
Imperfect απέδιδα αποδίδαμε
απέδιδες αποδίδατε
απέδιδε απέδιδε(ε)
Aorist απέδωσα, απόδωσα αποδώσαμε
απέδωσες, απόδωσες αποδώσατε
απέδωσε, απόδωσε απέδωσαν, αποδώσαν(ε)
Perfect έχω αποδώσει έχουμε αποδώσει
έχεις αποδώσει έχετε αποδώσει
έχει αποδώσει έχουν αποδώσει
Pluperfect είχα αποδώσει είχαμε αποδώσει
είχες αποδώσει είχατε αποδώσει
είχε αποδώσει είχαν αποδώσει)
Future (continuous) θα αποδίδω θα αποδίδουμε, θα αποδίδομε
θα αποδίδεις θα αποδίδεις
θα αποδίδει θα αποδίδουν(ε)
Future (simple) θα αποδώσω θα αποδώσουμε, θα αποδώσομε
θα αποδώσεις θα αποδώσετε
θα αποδώσει θα αποδώσουν(ε)
Future Perfect θα έχω αποδώσει θα έχουμε αποδώσει
θα έχεις αποδώσει θα έχετε αποδώσει
θα έχει αποδώσει θα έχουν αποδώσει
Subjunctive mood
Present να αποδίδω να αποδίδουμε, να αποδίδομε
να αποδίδεις να αποδίδετε
να αποδίδει να αποδίδουν(ε)
Aorist να αποδώσω να αποδώσουμε, να αποδώσομε
να αποδώσεις να αποδώσετε
να αποδώσει να αποδώσουν(ε)
Perfect να έχω αποδώσει να έχουμε αποδώσει
να έχεις αποδώσει να έχετε αποδώσει
να έχει αποδώσει να έχουν αποδώσει
Present απόδιδε αποδίδετε
Aorist απόδωσε αποδώστε, αποδώσετε
Present αποδίδοντας
Perfect έχοντας αποδώσει
Aorist αποδώσει
Examples with αποδίδω
ελληνικά αγγλικά
Δεν αποδίδει πάντοτε να τραβάς την προσοχή. It does not always pay back to draw attention to you.
Θα ήθελα να αποδώσω την προσοχή στο πρόβλημα αυτό I would also like to draw attention to this problem
Αποδίδει καλύτερα χωρίς ακροατήριο. He/she performs better without an audience.
Οι διαχειριστές είναι δυσαρεστημένοι, η επιχείρηση δεν αποδίδει τόσο πολύ όσο πριν. The managers are unhappy, the bussiness doesn't yield as much as before.
Verbs with the same conjugation as «αποδίδω»:
- ανταποδίδω to render, return, give back
- εκδίδω to publish, issue, draw
- επιδίδω to hand over, present
- μεταδίδω to transmit, broadcast
- παραδίδω to deliver, surrender, give up, hand over
- προδίδω to betray, identify
- προσδίδω to lend, attach, assign
Tenses - Moods Active voice
Indicative Mood Singular Plural
Present αποδίδομαι αποδιδόμαστε
αποδίδεσαι αποδίδεστε, αποδιδόσαστε
αποδίδεται αποδίδονται
Imperfect αποδιδόμουν(α) αποδιδόμαστε
αποδιδόσουν(α) αποδιδόσαστε
αποδιδόταν(ε) αποδίδονταν
Aorist αποδόθηκα αποδοθήκαμε
αποδόθηκες αποδοθήκατε
αποδοθήκατε αποδόθηκαν, αποδοθήκαν(ε)
Perfect έχω αποδοθεί
(είμαι αποδομένος, -η)
έχουμε αποδοθεί
(είμαστε αποδομένοι, -ες)
έχεις αποδοθεί
(είσαι αποδομένος, -η)
έχετε αποδοθεί
(είστε αποδομένοι, -ες)
έχει αποδοθεί
(είναι αποδομένος, -η, -ο)
έχουν αποδοθεί
(είναι αποδομένοι, -ες, -α)
Pluperfect είχα αποδοθεί
(ήμουν αποδομένος, -η)
είχαμε αποδοθεί
(ήμαστε αποδομένοι, -ες)
είχες αποδοθεί
(ήσουν αποδομένος, -η)
είχατε αποδοθεί
(ήσαστε αποδομένοι, -ες)
είχε αποδοθεί
(ήταν αποδομένος, -η, -ο)
είχαν αποδοθεί
(ήταν αποδομένοι, -ες, -α)
Future (continuous) θα αποδίδομαι θα αποδιδόμαστε
θα παραδίνεσαι θα αποδίδεστε, θα αποδιδόσαστε
θα αποδίδεται θα αποδίδονται
Future (simple) θα αποδοθώ θα αποδοθούμε
θα αποδοθείς θα αποδοθείτε
θα αποδοθεί θα αποδοθούν(ε)
Future Perfect θα έχω αποδοθεί
(θα είμαι αποδομένος, -η)
θα έχουμε αποδοθεί
(θα είμαστε αποδομένοι, -ες)
θα έχεις αποδοθεί
(θα είσαι αποδομένος, -η)
θα έχετε αποδοθεί
(θα είστε αποδομένοι, -ες)
θα έχει παραδοθεί
(θα είναι αποδομένος, -η, -ο)
θα έχουν αποδοθεί
(θα είναι αποδομένοι, -ες, -α)
Subjunctive mood
Present να αποδίδομαι να αποδιδόμαστε
να αποδίδεσαι να αποδίδεστε, να αποδιδόσαστε
να αποδίδεται να αποδίδονται
Aorist να αποδοθώ να αποδοθούμε
να αποδοθείς να αποδοθείτε
να αποδοθεί να αποδοθούν(ε)
Perfect να έχω αποδοθεί
(να είμαι αποδομένος, -η)
να έχουμε αποδοθεί
(να είμαστε αποδομένοι, -ες)
να έχεις αποδοθεί
(να είσαι αποδομένος, -η)
να έχεις αποδοθεί
(να είσαι αποδομένοι, -η)
να έχει αποδοθεί
(να είναι αποδομένος, -η, -ο)
να έχουν αποδοθεί
(να είναι αποδομένοι, -ες, -α)
Present -- αποδίδεστε
Aorist αποδώσου αποδοθείτε
Present αποδιδόμενος
Perfect αποδομένος, -η, -ο αποδομένοι, -ες, -α
Aorist αποδοθεί
Examples with «αποδίδομαι»
ελληνικά αγγλικά
Αυτά τα πίξελ έχουν αποδοθεί από το ίδιο είδος υποπίξελ. These pixels are rendered from the same set of subpixels.
Αποδίδεται σημασία στην εφαρμογή της πολιτικής. Importance is given to policy implementation.
Το μήνυμα είναι ότι θα αποδοθούμε τα θεμελιώδη δικαιώματα. The message is that people will value fundamental rights.
Τα έξοδα στα οποία κατέθεσαν, δεν αποδίδονται. The costs incurred are not reimbursed.
Verbs with the same conjugation as «αποδίδομαι»:
- ανταποδίδομαι to render, return, give back
- εκδίδομαι to prostitute oneself
- επιδίδομαι to apply, practise, use
- μεταδίδομαι to transmit, broadcast
- παραδίδομαι to deliver, surrender, give up, hand over
- προδίδομαι to betray, identify
- προσδίδομαι to lend, attach, assign