On the following links you will find some highly qualified websites on English Grammar, including parsing sentences:
Grammarpedia
UCL-English Grammar
an image

Contact
Irene Droppert
English - Modern Greek
Vlaardingen -
The Netherlands

Do you want a good looking website like this too? With Artisteer you are in a few minutes an expert in web design. Without technical skills such as coding the XHTML and CSS, without expensive photo editing programs and expensive web design software:

Artisteer - Web Design Generator

read more

In the classroom- Στην τάξη -

In the classroom, are present and, the teacher η Ελένη (Helen) and the students:

η Σοφία ο Ανδρέας η Χριστίνα ο Νίκος
ο Μιχάλης η Ρεβέκα ο Φίλιππος η Ντίνα
η Ζωή Ο Θωμάς ο Πέτρος
Ε. Καλημέρα, τι κάνετε; Ένα, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε μαθήτριες. Ένα, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι μαθητές. Ο Γιάννης, πού είναι; Goodmorning, how are you? One, two, three, four, five (girls) and one, two, three, four, five, six (men). Where is John?
Μ. Γεια σου Ελένη, ο Γιάννης είναι άρρωστος. Hello Helen, John is ill.
Ε. Τι κρίμα, είναι κάτι σοβαρό; What a pity it is something serious
Ρ. Γεια σου Ελένη, ο Γιάννης μας είπε ότι έχει ένα κρύωμα. Hi Helen, John told us that he has a cold.
Ε. Ευχαριστώ Ρεβέκα! Εντάξει! Σήμερα θα πούμε ο ένας τον άλλο όπου ζούμε. Μετά θα μαθαίνουμε περισσότερο για τα ρήματα. Σοφία αρχίζεις. Thank you Rebecca! Today we are going to tell each other where we live. After that we will learn more about the verbs. Sofia begins.
Σ. Μένω στο Ρότερνταμ. I live in Rotterdam.
Α. Μένω στο Άμστερνταμ. I live in Amsterdam.
Ν. Μένω στο Ρότερνταμ. I live in Rotterdam.
Χ. Κι έγω μένω στο Ρότερνταμ. I also live in Rotterdam
Μ. Μένω στην Γκούντα. I live in Gouda.
Ρ. Μένω σε Ρότερνταμ. I live in Rotterdam.
Φ. Μένω σε Ντελφτ. I live in Delft.
Ντ. Κι έγω ζω σε Ντελφτ. I also live in Delft.
Ζ. Μένω σε Ντελφτ. I live in Delft.
Π. Ζω στη Χάγη. Ik live in the Hague.
Θ. Κι έγω ζω στη Χάγη. Ik also live in the Hague.

Tellen:

cardinals: masc., fem., neut.
one, two, three... etc
  • ένας, μία, ένα
  • δύο, δύο, δύο
  • τρεις, τρεις, τρία
  • τέσσερις, τέσσερις, τέσσερα
  • πέντε, πέντε, πέντε
  • έξι, έξι, έξι
  • επτά, επτά, επτά
  • οκτώ, οκτώ, οκτώ
  • εννέα, εννέα, εννέα
  • δέκα, δέκα, δέκα
  • έντεκα, έντεκα, έντεκα
  • δώδεκα, δώδεκα, δώδεκα
ordinals: masc., fem., neut.
first, second, third... etc.
  • πρώτος, πρώτη, πρώτο
  • δεύτερος, δεύτερη, δεύτερα
  • τρίτος, τρίτη, τρίτο
  • τέταρτος, τέταρτη, τέταρτο
  • πέμπτος, πέμπτη, πέμπτο,
  • έκτος, έκτη, έκτο
  • έβδομος, έβδομη, έβδομο
  • όγδοος, όγδοη, όγδοο
  • ένατος, ένατη, ένατο
  • δέκατος, δέκατη, δέκατο
  • εντέκατος, εντέκατη, εντέκατο
  • δωδέκατος, δωδέκατη, δωδέκατο
Vragen en antwoorden:
Greek English
Που μένετε; Where do you live?
Μένω στο Ρότερνταμ. I live in Rotterdam.
Μένουμε στο Ρότερνταμ. We live in Rotterdam.
Που ζει/ζουν; Where does he/she live? Where do they live?
Ζει σε Ντελφτ. He/she lives in Delft
Ζούν σε Ντελφτ. They live in Delft.
Πού μένει η αδελφή σας; Where does your sister live?
Η αδελφή μας ζει σε Ντελφτ. Our sister lives in Delft
Ο φίλος της μένει στη Χάγη. Her friend lives in the Hague.
Αυτοί πού μένουν; And where do they live?
Μένουν στο Ρότερνταμ. They live in Rotterdam.
Πού ζουν ο πατέρας κι η μητέρα της Where do her mother and father live?
Μένουν στην Ουτρέχτη. They live in Utrecht.
Εκείνη η γυναίκα, όπου μένει; Where does that woman live?
Αυτή ζει σε Ντελφτ. She lives in Delft
Κι εκεινός ο άνδρας, που ζει; And that man where does he live?
Αυτός και ζει σε Ντελφτ. He also lives in Delft
Ζουν μαζί; Do they live together?
Όχι, ζουν μόνοι. No they live alone.
Πού μένει δασκάλα μας; Where does our teacher live?
Αυτό δεν ξέρουμε ακόμη. That we don't know yet.
Πού ζουν όλοι οι μαθητές; Where do all the pupils live?
Ζουν σε διάφορες πόλεις. They live in different cities.
Τι κάνουμε σήμερα; What are we going to do today?
Λέμε όπου ζούμε. We are telling where we live.
Θα μαθαίνουμε περισσότερο για τα ρήματα. We are going to learn more about the verbs.
Ποιος αρχίζει το μάθημα; Who starts the lesson?
Η Σοφία αρχίζει. Sofia begins.
Λέει όπου ζει. She tells where she lives.
Πόσοι μαθητές έχουμε στην τάξη μας; How many pupils do we have in our class?
Τώρα έχουμε ένδεκα μαθητές στην τάξη. Now we have eleven pupils in the class.
Όμως την επόμενη εβδομάδα θα έχουμε δώδεκα πάλι. But next week we will have twelve again.
The verbs, used in this lesson are::
αρχίζω to begin, start
έχω to have
ζω to live, dwell
μαθαίνω to learn
μένω to stay, live
μπορώ to be able, can, may
ξέρω to know (understand), can

The verb «αρχίζω», in the present tense:

ελληνικά
  • αρχίζω
  • αρχίζεις
  • αρχίζει
  • αρχίζουμε, αρχίζομε
  • αρχίζετε
  • αρχίζουν(ε)
αγγλικά
  • I start, begin
  • you start, begin
  • he/she/it starts, begins
  • we start, begin
  • you start, begin
  • they start, begin
 

On the following link the verb «αδυνατίζω» - to emaciate, lose weight, weaken, debilitate is to be found. It has the same conjugation as the active verb «αρχίζω» - to begin, start.

Some xamples with «αρχίζω»
Greek English
Αρχίζει να γράφει. He starts to write.
Η μαθητές αρχίζουν να μαθαίνουν όταν είναι έξι χρόνων. Pupils start to learn when they are six years old.
Η τάξη μας αρχίζει στις οκτώ. Our lesson begins at eight o'clock.

The verb «έχω», in the present tense:

ελληνικά
  • έχω
  • έχεις
  • έχει
  • έχουμε, έχομε
  • έχετε
  • έχουν(ε)
αγγλικά
  • I have
  • you have
  • he/she/it has
  • we have
  • you have
  • they have
Some examples with this verb and the conjugation and explanation here
Greek English
Έχει ένα σπίτι. I have a house.
Έχετε φωτιά; Do you have a light?
Tο δάσος έχει δέντρα. In the forest are trees (standing).
Tον έχουν φυλακή. The put him in jail.
Έχω κρύωμα. I have a cold.
Τον έχω σαν παιδί μου. I love him as my child.
Tι έχουμε σήμερα; What can we expect today?
Σήμερα δεν έχουμε σχολείο. We have no class today.
Έχω να πάω στο γιατρό. I have to go to the doctor.
Tι έχω να κάνω εγώ με όλα αυτά; What should I do with this all?
Πόσο έχουν τα πορτοκάλια; How much are the oranges?

The verb «ζω»:

ελληνικά
  • ζω
  • ζεις
  • ζει
  • ζούμε
  • ζείτε
  • ζούν(ε)
αγγλικά
  • I live
  • you live
  • he/she/it live
  • we live
  • you live
  • they live

«ζω» and «μένω» are used interchangeably as follows:

Use Examples
to inhabit, live ο Ανδρέας ζει (μένει) στο σπίτι των γονέων του. Andrew lives in the house of his parents.
Ο γείτονάς τους μένει (ζει) πάνω. Their neighbor lives upstairs.

«ζω» is uses as follows:

Use Examples
to stay, live Ναι, ζει ακόμα. Yes he/she is still alive.
to shack up with Ζει με το φίλο της. She shacks up with her friend.
ζούν με τα παιδιά τους. They live with their children.
alleen wonen Ο αδελφός μου ζει μόνος. My brother lives alone.

The verb «μένω»:

ελληνικά
  • μένω
  • μένεις
  • μένει
  • μένουμε, μένομε
  • μένετε
  • μενούν(ε)
αγγλικά
  • I stay, live
  • you stay, live
  • he/she/it stays, lives
  • we stay, live
  • you stay, live
  • they stay, live

the use of «μένω»:

Use Examples
to go on Μας μένουν δύο μήνες ακόμα. We still have two months (to go).
blijven Μπορείτε να μείνετε σήμερα. You can stay today.
Μένεις εδώ σήμερα; Are you staying here today?
to wait Μείνε εδώ! Wait here!
verblijven Μπορεί να μείνω εδώ για ένα μήνα; Can I stay here for a month?
wonen Ο φίλος μου μένει στην ίδια πόλη. My friend lives in the same town.
Some examples which occur frequently with «μένω»
Greek English
μένω σταθερός tenacious, remain stable
μένω για περισσότερο χρόνο από... it's been years since ...
μένω ενήμερος stay informed
μένω πίσω drop behind, fall behind
μένω ακίνητος sitting still (not moving)
μένω ξύπνιος being watchfull, alert, smart

the verb «μαθαίνω» - to learn, find out, hear:

ελληνικά
  • μαθαίνω
  • μαθαίνεις
  • μαθαίνει
  • μαθαίνουμε, μαθαίνομε
  • μαθαίνετε
  • μαθαίνουν(ε)
αγγλικά
  • I learn
  • you learn
  • he/she/it learns
  • we learn
  • you learn
  • they learn
The complete conjugation here and some exampples:
Greek English
Μαθαίνω να γράφω. I learn how to write.
Η μικρή μαθαίνει να γράφει The little one learns how to write.
ξέρεις να γράφεις; Do you know how to write?
To teach something to someone:
Η δασκάλα μου μου μαθαίνει να γράφω. My teacher teaches me to write.

The verb «μπορώ»:

ελληνικά
  • μπορώ
  • μπορείς
  • μπορεί
  • μπορούμε
  • μπορείτε
  • μπορούν(ε)
αγγλικά
  • I am able, can
  • you are able, caN
  • he/she/it is able, can
  • we are able, can
  • you are able, can
  • they are able, can
For the complete conjugation, inclusive the extensive explanation click on: «μπορώ». Some examples with this verb:
Greek English
Μπορείς να το κάνεις. You can do it.
Μπορεί να είναι στο σπίτι He would have been at home.
Δεν μπορώ να το γράφω I can't write it.

The verb «ξέρω»:

ελληνικά
  • ξέρω
  • ξέρεις
  • ξέρει
  • ξέρουμε, ξέρομε
  • ξέρετε
  • ξέρουν(ε)
αγγλικά
  • I know
  • you know
  • he/she/it knows
  • we know
  • you know
  • they know
For the complete conjugation click on «ξέρω». Some examples with this verb:
Greek English
ξέρω να γράφω. I am able to write.
Ξέρετε να μιλατε αγγλικά; Can you speak english? (Do you know how)
Δεν ξέρουμε πώς μαθαίνουν τα μαθήματα. We don't know how they learn the lessons.
Artisteer - Wordpress Theme Generator

to learn:
  • 1. The present tense of the verbs: «αρχίζω», «έχω», «ζω», «μαθαίνω», «μένω», «μπορώ» and «ξέρω»
  • 2. Abovementioned numerals
  • 2. test-2
  • 3. Below words of this lesson.
to look at:

the dictionary of this lesson:

ελληνικά αγγλικά
ακίνητος,-η,-ο(adj) unmoveable, immobile
ακόμα/ακόμη yet
αλλά, όμως, μα but
αργά late, slowly
ο άνδρας man
άρρωστος,-η,-ο(adj) ill
αρχίζω to begin, to start
ο γείτονας neighbor
ο γιατρός doctor, medico
η γυναίκα woman
το δάσος forest, woodland
το δέντρο tree
διάφορος,-η,-ο(adj) different
εδώ here
ενήμερος,-η,-ο(adj) aware, abreast of
ζω to live
ίδιος,-α,-ο(adj) same, self
και also, too
κάτι something
το κρίμα shame, disgrace
το κρύωμα cold
μαθαίνω to learn
ο μαθητής pupil, student
η μαθήτρια pupil (girl)
με with
μένω to stay, remain, live
μετά after, past
ο μήνας month
ελληνικά αγγλικά
μόνος,-η,-ο(adj) alone, single, only, sole
μπορώ can, may
ξέρω to know
ξυπνητός,-ή,-ό(adj) awake
ξύπνιος,-α,-ο(adj) smart, sharp witted
όλος,-η,-ο(adj) all, whole
το παιδί child
πάλι again
πάνω on top, above
περισσότερο,-ή,-ό(adj) more
πίσω back, behind
η πόλη city, town
το πορτοκάλι orange
πόσος,-η,-ο(adj) how much
που, όπου (adv) where, whereupon
πού; where?
το ρήμα verb
σαν, ως like, as
σε in, on, to, at etc.
σήμερα today
σοβαρός,-η,-ο(adj) serious, grave earnest
σταθερός,-η,-ο(adj) stable, fixed, steadfast
το σχολείο school
τώρα now
η φωτιά fire
η φυλακή jail
ο χρόνος time, year