Tenses - moods Active voice
Indicative mood Singular Plural
Present δίνω δίνουμε, δίνομε
δίνεις δίνετε
δίνει δίνουν(ε)
Imperfect έδινα δίναμε
έδινες δίνατε
έδινε έδιναν, δίναν(ε)
Aorist (simple past) έδωσα δώσαμε
έδωσες δώσατε
έδωσε έδωσαν, δώσαν(ε)
Perfect έχω δώσει (έχω δοσμένο) έχουμε δώσει (έχουμε δοσμένο)
έχεις δώσει (έχεις δοσμένο) έχετε δώσει (έχετε δοσμένο
έχει δώσει (έχει δοσμένο) έχουν δώσει (έχουν δοσμένο)
Pluperfect είχα δώσει (είχα δοσμένο) είχαμε δώσει (είχαμε δοσμένο)
είχες δώσει (είχες δοσμένο) είχατε δώσει (είχατε δοσμένο)
είχε δώσει (είχε δοσμένο) είχαν δώσει (είχαν δοσμένο)
Future (continuous) θα δίνω θα δίνουμε, θα δίνομε
θα δίνεις θα δίνετε
θα δίνει θα δίνουν(ε)
Future (simple) θα δώσω θα δώσουμε, θα δώσομε
θα δώσεις θα δώσετε
θα δώσει θα δώσουν(ε)
Future Perfect θα έχω δώσει (θα έχω δοσμένο) θα έχουμε δώσει (θα έχουμε δοσμένο)
θα έχεις δώσει(θα έχεις δοσμένο) θα έχετε δώσει (θα έχετε δοσμένο)
θα έχει δώσει (θα έχει δοσμένο) θα έχουν δώσει (θα έχουν δοσμένο)
Subjunctive mood
Present να δίνω να δίνουμε, να δίνομε
να δίνεις να δίνετε
να δίνει να δίνουν(ε)
Aorist να δώσω να δώσουμε, να δώσομε
να δώσεις να δώσετε
να δώσει να δώσουν(ε)
Perfect να έχω δώσει (να έχω δοσμένο) να έχουμε δώσει (να έχουμε δοσμένο)
να έχεις δώσει (να έχεις δοσμένο) να έχετε δώσει (να έχετε δοσμένο)
να έχει δώσει (να έχει δοσμένο) να έχουν δώσει (να έχουν δοσμένο)
Present δίνε δίνετε
Aorist δώσε δώστε
Present δίνοντας
Perfect έχοντας δώσει, έχοντας δοσμένο
Aorist δώσει
Examples with «δίνω»
ελληνικά αγγλικά
Δώσε μου ένα ποτήρι νερό! Give me a glass of water!
Μπορείς να μου δώσεις κάτι να φάω; Can you give me something to eat?
Θα σου δώσω πεντακόσια δολάρια για εκείνο το αυτοκίνητο. I'm gonna give you five hundred dollars for that car.
Μία αγελάδα δίνει αρκετό γάλα για μια οικογένεια. A cow produces enough milk for a family.
Άσε με να σου δώσω τις γενικές γραμμές από τις ιδέες μου. Let me set out the main lines of my ideas.
Θα δώσουμε το σπίτι για πώληση τον επόμενο Μάρτιο. We put up the house for sale next March.
Ο λέβητας δίνει ζέστη σε όλο το σπίτι. The stove gives warmth to the whole house.
Έχεις δώσει στην ασθενή τα χάπια της; Did you give the patient her pills?
Verbs with the same conjugation as «δίνω» :
- αναδίνω to release (fire)
- καταδίνω to turn in (police)
- παραδίνω to deliver, surrender
- προδίνω to betray
Tenses - moods Passive voice
Indicative mood Singular Plural
Present δίνομαι δινόμαστε
δίνεσαι δίνεστε, δινόσαστε
δίνεται δίνονται
Imperfect δινόμουν(α) δινόμαστε, δινόμασταν
δινόσουν(α) δινόσαστε, δινόσασταν
δινόταν(ε) δίνονταν, δινόντανε, δινόντουσαν
Aorist (simple past) δόθηκα δοθήκαμε
δόθηκες δοθήκατε
δόθηκε δόθηκαν, δοθήκαν(ε)
Perfect έχω δοθεί (είμαι δοσμένος, -η) έχουμε δοθεί (είμαστε δοσμένοι, -ες)
έχεις δοθεί (είσαι δοσμένος, -η) έχετε δοθεί (είστε δοσμένοι, -ες)
έχει δοθεί (είναι δοσμένος, -η, -ο) έχουν δοθεί (είναι δοσμένοι, -ες, -α)
Pluperfect είχα δοθεί (ήμουν δοσμένος, -η) είχαμε δοθεί (ήμαστε δοσμένοι, -ες)
είχες δοθεί (ήσουν δοσμένος, -η) είχατε δοθεί (ήσαστε δοσμένοι, -ες)
είχε δοθεί (ήταν δοσμένος, -η, -ο) είχαν δοθεί (ήταν δοσμένοι, -ες, -α)
Future (continuous) θα δίνομαι θα δινόμαστε
θα δίνεσαι θα δίνεστε, θα δινόσαστε
θα δίνεται θα δίνονται
Future (simple) θα δοθώ θα δοθούμε
θα δοθείς θα δοθείτε
θα δοθεί θα δοθούν(ε)
Future Perfect θα έχω δοθεί
(θα είμαι δοσμένος, -η)
θα έχουμε δοθεί
(θα είμαστε δοσμένοι, -ες)
θα έχεις δοθεί
(θα είσαι δοσμένος, -η)
θα έχετε δοθεί
(θα είστε δοσμένοι, -ες)
θα έχει δοθεί
(θα είναι δοσμένος, -η, -ο)
θα έχουν δοθεί
(θα είναι δοσμένοι, -ες, -α)
Subjunctive mood
Present να δίνομαι να δινόμαστε
να δίνεσαι να δίνεστε, να δινόσαστε
να δίνεται να δίνονται
Aorist να δοθώ να δοθούμε
να δοθείς να δοθείτε
να δοθεί να δοθούν(ε)
Perfect να έχω δοθεί
(να είμαι δοσμένος, -η)
να έχουμε δοθεί
(να είμαστε δοσμένοι, -ες)
να έχεις δοθεί
(να είσαι δοσμένος, -η)
να έχεις δοθεί
(να είσαι δοσμένος, -η)
να έχει δοθεί
(να είναι δοσμένος, -η, -ο)
να έχουν δοθεί
(να είναι δοσμένοι, -ες, -α)
Imperative mood
Present -- δίνεστε
Aorist δώσου δοθείτε
Present --
Perfect δοσμένος, -η, -ο δοσμένοι, -ες, -α
Aorist δοθεί
Examples with «δίνομαι»
ελληνικά αγγλικά
Θα δοθεί δεξίωση προς τιμήν των ξένων επισκεπτών. A presentation will be given in honor of the foreign visitors.
Δόθηκε συναυλία υπό μια γνωστή τραγουδίστρια. A concert was given by a famous songstress.
Mας δόθηκε να ζήσουμε σε χρόνια ειρηνικά. We had been given to live in times of peace.
Τα χρήματα θα δοθούν προς τον Τρίτο Κόσμο. The money will be given to the Third World.
Εδώ δεν μπορούν να δοθούν οδηγίες πλοήγησης. Here no navigation instructions can be given.
Δεν μου είχα δοθεί η ευκαιρία να μιλήσω με τον καλό μου φίλο. No chance had been given to me to speak with my best friend.
Νομίζω ότι το μας δίνεται μια καλή ευκαιρία να εξετάσουμε το μέλλον. I think it gives us a good opportunity to examine the future.
Μπορούν να δοθούν διάφορων ερμηνειών για αυτά τα νέα. Various interpretations can be given of this news.
Verbs with the same conjugation as «δίνομαι»:
- παραδίνομαι surrender
- προδίνομαι to be betrayed
- καταδίνομαι to turn in, inform on