Tenses - moods Active voice
Indicative mood Singular Plural
Present θέλω θέλουμε, θέλομε
θέλεις, θες θέλετε
θέλει θέλουν(ε)
Imperfect ήθελα θέλαμε
ήθελες θέλατε
ήθελε ήθελαν, θέλαν(ε)
Aorist (simple past) θέλησα θελήσαμε
θέλησες θελήσατε
θέλησε θέλησαν, θελήσαν(ε)
Perfect έχω θελήσει έχουμε θελήσει
έχεις θελήσει έχετε θελήσει
έχει θελήσει έχουν θελήσει
Pluperfect είχα θελήσει είχαμε θελήσει
είχες θελήσει είχατε θελήσει
είχε θελήσει είχαν θελήσει
Future (continuous) θα θέλω θα θέλουμε, θα θέλομε
θα θέλεις, θα θες θα θέλετε
θα θέλει θα θέλουν(ε)
Future (simple) θα θελήσω θα θελήσουμε, θα θελήσομε
θα θελήσεις θα θελήσετε
θα θελήσει θα θελήσουν(ε)
Future Perfect θα έχω θελήσει θα έχουμε θελήσει
θα έχεις θελήσει θα έχετε θελήσει
θα έχει θελήσει θα έχουν θελήσει
Subjunctive mood
Present να θέλω να θέλουμε, να θέλομε
να θέλεις, να θες να θέλετε
να θέλει να θέλουν(ε)
Aorist να θελήσω να θελήσουμε, να θελήσομε
να θελήσεις να θελήσετε
να θελήσει να θελήσουν(ε)
Perfect να έχω θελήσει να έχουμε θελήσει
να έχεις θελήσει να έχετε θελήσει
να έχει θελήσει να έχουν θελήσει
Imperative mood
Present θέλε θέλετε
Aorist θέλησε θελήστε
Present θέλοντας
Perfect --
Aorist θελήσει
Examples with «θέλω»
ελληνικά αγγλικά
Θέλω να φάω. I want to eat.
Θέλω να γίνω γιατρός. I want to become a doctor.
Εσύ τι θέλεις να γίνεις; And what do you want to be?
Αν εσείς θέλετε να πιστεύετε, εντάξει. If you continue to keep hope, okay.
Απλώς ήθελα να σε βλέπω. I just loved to see you.
θες να πεις μ΄αυτό; What do you mean by saying that?
Θα θελήσει άραγε να μας βοηθήσει; Would he be willing to help us?
Tα μαλλιά σου θέλουν κόψιμο. Your hair needs to be cut.
Ήρθε θέλοντας και μη. He came unwillingly (willy-nilly).
Tην πήραμε μαζί μας ήθελε δεν ήθελε. We took her whether she wanted or not.