Tijden - wijzen Actieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd αγοράζω αγοράζουμε, αγοράζομε
αγοράζεις αγοράζετε
αγοράζει αγοράζουν(ε)
Onvoltooid verleden tijd αγόραζα αγοράζαμε
αγόραζες αγοράζατε
αγόραζε αγόραζαν, αγοράζαν(ε)
Aoristus αγόρασα, αγόρηκα αγοράσαμε
αγόρασες αγοράσατε
αγόρασε αγόρασαν, αγοράσαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω αγοράσει, έχω αγορασμένο έχουμε αγοράσει, έχουμε αγορασμένο
έχεις αγοράσει, έχεις αγορασμένο έχετε αγοράσει, έχετε αγορασμένο
έχει αγοράσει, έχει αγορασμένο έχουν αγοράσει, έχουν αγορασμένο
Voltooid verleden tijd είχα αγοράσει, είχα αγορασμένο είχαμε αγοράσει, είχαμε αγορασμένο
είχες αγοράσει, είχες αγορασμένο είχατε αγοράσει, είχατε αγορασμένο
είχε αγοράσει, είχε αγορασμένο είχαν αγοράσει, είχαν αγορασμένο
Onvoltooid toekomende tijd θα αγοράζω θα αγοράζουμε, θα αγοράζομε
θα αγοράζεις θα αγοράζετε
θα αγοράζει θα αγοράζουν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα αγοράσω θα αγοράσουμε, θα αγοράζομε
θα αγοράσεις θα αγοράσετε
θα αγοράσει θα αγοράσουν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω αγοράσει, θα έχω αγορασμένο θα έχουμε αγοράσει, θα έχουμε αγορασμένο
θα έχεις αγοράσει, θα έχεις αγορασμένο θα έχετε αγοράσει, θα έχετε αγορασμένο
θα έχει αγοράσει, θα έχει αγορασμένο θα έχουν αγοράσει, θα έχουν αγορασμένο
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να αγοράζω να αγοράζουμε, να αγοράζομε
να αγοράζεις να αγοράζετε
να αγοράζει να αγοράζουν(ε)
Aoristus να αγοράσω να αγοράσουμε, να αγοράσομε
να αγοράσεις να αγοράσετε
να αγοράσει να αγοράσουν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω αγοράσει, να έχω αγορασμένο να έχουμε αγοράσει, να έχουμε αγορασμένο
να έχεις αγοράσει, να έχεις αγορασμένο να έχετε αγοράσει, να έχετε αγορασμένο
να έχει αγοράσει, να έχει αγορασμένο να έχουν αγοράσει, να έχουν αγορασμένο
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd αγόραζε αγοράζετε
Aoristus αγόρασε αγοράστε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd αγοράζοντας
Voltooid tegenwoordige tijd έχοντας αγοράσει, έχοντας αγορασμένο
Onbepaalde wijs
Aoristus αγοράσει
Enkele voorbeelden met «αγοράζω»:
ελληνικά ολλανδικά
Προσπάθησε να αγοράσει το διαιτητή. Hij probeerde de scheidsrechter om te kopen.
Tης αγόρασε ένα ακριβό κόσμημα και της το ΄κανε δώρο. Hij kocht voor haar een duur juweel en gaf het haar als geschenk.
Είχα αγοράσει εισιτήριο για Λονδίνο. Ik had een ticket voor Londen gekocht.
Το είναι αγορασμένο και πουλημένο στη μαύρη αγορά. Het is gekocht en verkocht op de zwarte markt.

Werkwoorden die op dezelfde manier vervoegd worden als «αγοράζω»

Tijden - wijzen Passieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd αγοράζομαι αγοραζόμαστε
αγοράζεσαι αγοράζεστε, αγοραζόσαστε
αγοράζεται αγοράζοντα
Onvoltooid verleden tijd αγοραζόμουν(α) αγοραζόμαστε, αγοραζόμασταν
αγοραζόσουν(α) αγοραζόσαστε, αγοραζόσασταν
αγοραζόταν(ε) αγοράζονταν, αγοραζόντανε, αγοραζόντουσαν
Aoristus αγοράστηκα αγοραστήκαμε
αγοράστηκες αγοραστήκατε
αγοράστηκε αγοράστηκαν, αγοραστήκαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω αγοραστεί,
είμαι αγορασμένος, -η
έχουμε αγοραστεί,
είμαστε αγορασμένοι, -ες
έχεις αγοραστεί,
είσαι αγορασμένος, -η
έχετε αγοραστεί,
είστε αγορασμένοι, -ες
έχει αγοραστεί,
είναι αγορασμένος, -η, -ο
έχουν αγοραστεί,
είναι αγορασμένοι, -ες, -α
Voltooid verleden tijd είχα αγοραστεί,
ήμουν αγορασμένος, -η
είχαμε αγοραστεί,
ήμαστε αγορασμένοι, -ες
είχες αγοραστεί,
ήσουν αγορασμένος, -η
είχατε αγοραστεί,
ήσαστε αγορασμένοι, -ες
είχε αγοραστεί,
ήταν αγορασμένος, -η, -ο
είχαν αγοραστεί,
ήταν αγορασμένοι, -ες, -α
Toekomende tijd (1) θα αγοράζομαι θα αγοραζόμαστε
θα αγοράζεσαι θα αγοράζεστε, θα αγοραζόσαστε
θα αγοράζεται θα αγοράζονται
Toekomende tijd (2) θα αγοραστώ θα αγοραστούμε
θα αγοραστείς θα αγοραστείτε
θα αγοραστεί θα αγοραστούν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω αγοραστεί,
θα είμαι αγορασμένος, -η
θα έχουμε αγοραστεί,
θα είμαστε αγορασμένοι, -ες
θα έχεις αγοραστεί,
θα είσαι αγορασμένος, -η
θα έχετε αγοραστεί,
θα είστε αγορασμένοι, -ες
θα έχει αγοραστεί,
θα είναι αγορασμένος, -η, -ο
θα έχουν αγοραστεί,
θα είναι αγορασμένοι, -ες, -α
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να αγοράζομαι να αγοραζόμαστε
να αγοράζεσαι να αγοράζεστε, να αγοραζόσαστε
να αγοράζεται να αγοράζονται
Aoristus να αγοραστώ να αγοραστούμε
να αγοραστείς να αγοραστείτε
να αγοραστεί να αγοραστούν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω αγοραστεί,
να είμαι αγορασμένος, -η
να έχουμε αγοραστεί,
να είμαστε αγορασμένοι, -ες
να έχεις αγοραστεί,
να είσαι αγορασμένος, -η
να έχετε αγοραστεί,
να είστε αγορασμένοι, -ες
να έχει αγοραστεί,
να είναι αγορασμένος, -η, -ο
να έχουν αγοραστεί,
να είναι αγορασμένοι, -ες, -α
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd αγοράζεστε
Aoristus αγοράσου αγοραστείτε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd αγοραζόμενος
Voltooid tegenwoordige tijd αγορασμένος, -η, -ο αγορασμένοι, -ες, -α
Onbepaalde wijs
Aoristus αγοραστεί
Enkele voorbeelden met «αγοράζομαι»:
ελληνικά ολλανδικά
Η ευτυχία δεν είναι κάτι που αγοράζεται. Geluk is niet iets dat gekocht wordt.
Ο πίνακας αγοράστηκε από τον παππού μου πριν από 50 χρόνια Het schilderij werd 50 jaar geleden door mijn grootvader gekocht.
Τα προϊόντα αυτά αγοράστηκαν από έναν κινέζο παραγωγό. Die producten werden aangekocht bij een chinese fabrikant.
Τα αγαθά είχαν αγοραστεί νομίμως. De handelswaar was illegaal aangekocht.

Werkwoorden die op dezelfde manier vervoegd worden als «αγοράζομαι»