ολλανδός ελληνικός
geven δίνω
heten, noemen, genoemd worden λέω, λέγομαι
vinden, gevonden worden, zich bevinden βρίσκω, βρίσκομαι
ολλανδός ελληνικός
gaan πάω, πηγαίνω
hebben έχω
maken, doen κάνω
moeten nodig zijn πρέπει
ολλανδός ελληνικός
komen έρχομαι
zijn είμαι
zitten κάθομαι
xx xx