Tijden - wijzen Actieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd κοιμάμαι, κοιμούμαι κοιμόμαστε, κοιμούμαστε
κοιμάσαι κοιμόμαστε, κοιμούμαστε
κοιμάται κοιμούνται, κοιμόνται
Onvoltooid verleden tijd κοιμόμουν(α) κοιμόμαστε, κοιμούμαστε, κοιμόμασταν
κοιμόσουν(α) κοιμόσαστε, κοιμόσασταν
κοιμόταν(ε) κοιμόνταν(ε), κοιμούνταν, κοιμόντουσαν
Aoristus κοιμήθηκα κοιμηθήκαμε
κοιμήθηκες κοιμηθήκατε
κοιμήθηκε κοιμήθηκαν, κοιμηθήκαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω κοιμηθεί, είμαι κοιμισμένος, -η έχουμε κοιμηθεί, είμαστε κοιμισμένοι, -ες
έχεις κοιμηθεί, είσαι κοιμισμένος, -η έχετε κοιμηθεί, είστε κοιμισμένοι, -ες
έχει κοιμηθεί, είναι κοιμισμένος, -η, -ο έχουν κοιμηθεί, είναι κοιμισμένοι, -ες, -α
Voltooid verleden tijd είχα κοιμηθεί, ήμουν κοιμισμένος, -η είχαμε κοιμηθεί, ήμαστε κοιμισμένοι, -ες
είχες κοιμηθεί, ήσουν κοιμισμένος, -η είχατε κοιμηθεί, ήσαστε κοιμισμένοι, -ες
είχε κοιμηθεί, ήταν κοιμισμένος, -η, -ο είχατε κοιμηθεί, ήταν κοιμισμένοι, -ες, -α
Toekomende tijd (1) θα κοιμάμαι, θα κοιμούμαι θα κοιμόμαστε, θα κοιμούμαστεε
θα κοιμάσαι θα κοιμάστε, θα κοιμόσαστε
θα κοιμάται θα κοιμούνται, θα κοιμόνται
Toekomende tijd (2) θα κοιμηθώ θα κοιμηθούμε
θα κοιμηθείς θα κοιμηθείτε
θα κοιμηθεί θα κοιμηθούν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω κοιμηθεί,
θα είμαι κοιμισμένος, -η
θα έχουμε κοιμηθεί,
θα είμαστε κοιμισμένοι, -ες
θα έχεις κοιμηθεί,
θα είσαι κοιμισμένος, -η
θα έχετε κοιμηθεί,
θα είστε κοιμισμένοι, -ες
θα έχει κοιμηθεί,
θα είναι κοιμισμένος, -η, -ο
θα έχουν κοιμηθεί,
θα είναι κοιμισμένοι, -ες, -α
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να κοιμάμαι, να κοιμούμαι να κοιμόμαστε, να κοιμούμαστε
να κοιμάσαι να κοιμάστε, να κοιμόσαστε
να κοιμάται να κοιμούνται, να κοιμόνται
Aoristus να κοιμηθώ να κοιμηθούμε
να κοιμηθείς να κοιμηθείτε
να κοιμηθεί να κοιμηθούν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω κοιμηθεί,
να είμαι κοιμισμένος, -η
να έχουμε κοιμηθεί,
να είμαστε κοιμισμένοι, -ες
να έχεις κοιμηθεί,
να είσαι κοιμισμένος, -η
να έχετε κοιμηθεί,
να είστε κοιμισμένοι, -ες
να έχει κοιμηθεί,
να είναι κοιμισμένος, -η, -ο
να έχουν κοιμηθεί,
να είναι κοιμισμένοι, -ες, -α
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd -- κοιμάστε
Aoristus κοιμήσου κοιμηθείτε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd θυμούμενος
Voltooiod tegenwoordige tijd κοιμισμένος, -η, -ο κοιμισμένοι, -ες, -α
Onbepaalde wijs
Aoristus κοιμηθεί

 Voorbeelden:

ελληνικός
  • Hσυχία! Kοιμάται ο κόσμος.
  • Κοιμήθηκα φτωχός και ξύπνησα πλούσιος
  • Έβαλα το παιδί να κοιμηθεί.

  • Κοιμάται με τις κότες.

ολλανδός
  • Rustig! Iedereen slaapt.
  • Ik ging arm slapen en werd rijk wakker.
  • Ik breng het kind naar bed (lett. Ik leg het kind te slapen.)
  • Met de kippen op stok. (lett. Slapen met de kippen)