Tijden - wijzen Actieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd ψήνω ψήνουμε, ψήνομε
ψήνουμε, ψήνομεζεις ψήνετε
ψήνει ψήνουν(ε)
Onvoltooid verleden tijd έψηνα ψήναμε
έψηνες ψήνατε
έψηνε έψηναν, ψήναν(ε)
Aoristus έψησα ψήσαμε
έψησες ψήσατε
έψησε έψησαν, ψήσαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω ψήσει, έχω ψημένο έχουμε ψήσει, έχουμε ψημένο
έχεις ψήσει, έχεις ψημένο έχετε ψήσει, έχετε ψημένο
έχει ψήσει, έχει ψημένο έχουν ψήσει, έχουν ψημένο
Voltooid verleden tijd είχα ψήσει, είχα ψημένο είχαμε ψήσει, είχαμε ψημένο
είχες ψήσει, είχες ψημένο είχατε ψήσει, είχατε ψημένο
είχε ψήσει, είχε ψημένο είχαν ψήσει, είχαν ψημένο
Toekomende tijd (1) θα ψήνω θα ψήνουμε
θα ψήνεις θα ψήνετε
θα ψήνει θα ψήνουν(ε)
Toekomende tijd (2) θα ψήσω θα ψήσουμε
θα ψήσεις θα ψήσετε
θα ψήσει θα ψήσουν
Voltooid toekomende tijd θα έχω ψήσει,
θα έχω ψημένο
θα έχουμε ψήσει,
θα έχουμε ψημένο
θα έχεις ψήσει,
θα έχεις ψημένο
θα έχετε ψήσει,
θα έχετε ψημένο
θα έχει ψήσει,
θα έχει ψημένο
θα έχουν ψήσει,
θα έχουν ψημένο
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να ψήνω να ψήνουμε
να ψήνεις να ψήνετε
να ψήνει να ψήνουν(ε)
Aoristos να ψήσω να ψήσουμε
να ψήσουμε να ψήσετε
να ψήσεις να ψήσουν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω ψήσει,
να έχω ψημένο
να έχουμε ψήσει,
να έχουμε ψημένο
να έχεις ψήσει,
να έχεις ψημένο
να έχετε ψήσει,
να έχετε ψημένο
να έχει ψήσει,
να έχει ψημένο
να έχουν ψήσει,
να έχουν ψημένο
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd ψήνε ψήνετε
Aoristus ψήσε ψήσετε, ψήστε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd ψήνοντας
Voltooid tegenwoordige tijd έχοντας ψήσει, έχοντας ψημένο
Onbepaalde wijs
Aoristus ψήσει
Enkele voorbeelden met «ψήνω»:
ελληνικά ολλανδικά
Ψήστε το ψάρι για δεκαπέντε λεπτά. Kook de vis 15 minuten.
Της αρέσει να ψήνει. Ze houdt van koken.
Mαθαίνω στον άντρας μου πώς να ψήνει σε γουοκ. Ik leer mijn man met een wok te koken.
Κάποιοι ζουν ψήνοντας ψωμιά. Sommigen verdienen met brood bakken.
Ψήσε και δεύτερη πίτα. Bak nog een taart.
Werkwoorden die op dezelfde manier vervoegd worden als «ψήνω»:
- ανοιγοκλείνω * open en dichtdoen
- γδύνω uitkleden
- δένω vastbinden, binden
- επιδένω verbinden, zwachtselen
- κλείνω ** sluiten, dichtdoen
- λιώνω * smelten, ontdooien
- λύνω losmaken, oplossen
- ντύνω aankleden
- ξεντύνω uitkleden
- ξύνω ** krabben, schrapen
- ξεροψήνω doorbakken zijn
- περιχύνω ºº bedruipen
- πιάνω º pakken, vangen, vatten
- προσδένω vastbinden, aanleggen (schip)
- σβήνω ºº uitwissen, blussen, doven
- στήνω opzetten, oprichten
- συστήνω voorstellen, introduceren
- τέμνω * snijden
- τρέμω beven, trillen, huiveren
- φτάνω, φθάνω * aankomen, arriveren, bereiken
- φτύνω spugen
- χάνω verliezen, kwijtraken, missen
- χύνω gieten, schenken, morsen
- .

De met * aangemerkte werkwoorden hebben geen passieve vormen

** «ξύνω» en «κλείνω» worden vervoegd als «ψήνω» met de volgende uitzonderingen:  de deelwoorden:   ξυσμένο» en «κλεισμένο» (i.p.v «ξυμένο» en «κλειμένο», zonder «σ» zoals bij «ψήνω»)

 

º «πιάνω» heeft meer betekenissen dan boven vermeld zijn, zoals, vastpakken, verstrikken, insluiten en zorgen voor.

ºº Enkele voorbeelden met het gebruik van deze werkwoorden zijn:

«σβήνω τη δίψα μου» - mijn dorst lessen

«περιχύνω κρέας με σάλτσα» - het vlees met jus bedruipen


Tijden Passieve Vorm
Aantonende wijs Enkelvoud Meervoud
Onvoltooid tegenwoordige tijd ψήνομαι ψηνόμαστε
ψήνεσαι ψήνεστε, ψηνόσαστε
ψήνεται ψήνονται
Onvoltooid verleden tijd ψηνόμουν(α) ψηνόμαστε, ψηνόμασταν
ψηνόσουν(α) ψηνόσαστε, ψηνόσασταν
ψηνόταν(ε) ψήνονταν, ψηνόντανε, ψηνόντουσαν
Aoristos ψήθηκα ψηθήκαμε
ψήθηκες ψηθήκατε
ψήθηκε ψήθηκαν, ψηθήκαν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd έχω ψηθεί,
είμαι ψημένος, -η
έχουμε ψηθεί,
είμαστε ψημένοι, -ες
έχεις ψηθεί,
είσαι ψημένος, -η
έχετε ψηθεί,
είστε ψημένοι, -ες
έχει ψηθεί,
είναι ψημένος, -η, -ο
έχουν ψηθεί,
είναι ψημένοι, -ες, -α
Voltooid verleden tijd είχα ψηθεί,
ήμουν ψημένος, -η
είχαμε ψηθεί,
ήμαστε ψημένοι, -ες
είχες ψηθεί,
ήσουν ψημένος, -η
είχατε ψηθεί,
ήσαστε ψημένοι, -ες
είχε ψηθεί,
ήταν ψημένος, -η, -ο
είχαν ψηθεί,
ήταν ψημένοι, -ες, -α
Toekomende tijd (1) θα ψήνομαι θα ψηνόμαστε
θα ψήνεσαι θα ψήνεστε, θα ψηνόσαστε
θα ψήνεται θα ψήνονται
Toekomende tijd (2) θα ψηθώ θα ψηθούμε
θα ψηθείς θα ψηθείτε
θα ψηθεί θα ψηθούν(ε)
Voltooid toekomende tijd θα έχω ψηθεί,
θα είμαι ψημένος, -η
θα έχουμε ψηθεί,
θα είμαστε ψημένοι,-ες
θα έχεις ψηθεί,
θα είσαι ψημένος, -η
θα έχετε ψηθεί,
θα είστε ψημένοι, -ες
θα έχει ψηθεί,
θα είναι ψημένος, -η, -ο
θα έχουν ψηθεί,
θα είναι ψημένοι, -ες, -α
Aanvoegende wijs
Onvoltooid tegenwoordige tijd να ψήνομαι να ψηνόμαστε
να ψηνόμαστε να ψήνεστε, να ψηνόσαστε
να ψήνεται να ψήνονται
Aoristus να ψηθώ να ψηθούμε
να ψηθείς να ψηθείτε
να ψηθεί να ψηθούν(ε)
Voltooid tegenwoordige tijd να έχω ψηθεί,
να είμαι ψημένος, -η
να έχουμε ψηθεί,
να είμαστε ψημένοι,-ες
να έχεις ψηθεί,
να είσαι ψημένος, -η
να έχετε ψηθεί,
να είστε ψημένοι, -η
να έχει ψηθεί,
να είναι ψημένος, -η, -ο
να έχουν ψηθεί,
να είναι ψημένοι, -ες, -α
Gebiedende wijs
Tegenwoordige tijd -- ψήνεστε
Aoristus ψήσου ψηθείτε
Deelwoord
Tegenwoordige tijd --
Voltooid tegenwoordige tijd ψημένος, -η, -ο ψημένοι, -ες, -α
Onbepaalde wijs
Aoristus ψηθεί
Voorbeelden met «ψήνομαι»:
ελληνικά ολλανδικά
Αυτά τα ψωμία ψήνονται ξανά στον φούρνο. Deze broden worden in een bakoven voorgebakken.
Το ξηραμένο προϊόν ψήνεται. Het gedroogde product wordt gekookt.
Ψήθηκε το κρέας, κοντεύει να ψηθεί Hij roosterde het vlees tot het bijna gaar was.
Το θέλετε ξεροψημένο, ή απλά ψημένο Wilt u het knapperig of doorgebakken.
Προτιμώ να ψηθώ στην κόλαση. Ik brand nog liever in de hel.
De volgende werkwoorden worden op dezelfde manier vervoegd als «ψήνομαι»:
- ανταποκρίνομαι * corresponderen, beantwoorden
- γδύνομαι uitkleden
- δένομαι zich binden, zich hechten
- διακρίνομαι ** zich onderscheiden van
- επιδένομαι verbinden, verenigen
- επικρίνομαι ** gecensureerd worden
- κατακρίνομαι ** bekritiseerd worden
- καταπίνομαι doorgeslikt worden, verzwelgen.
- κλίνομαι ** vervoegd /verbogen worden
- κρέμομαιº hangen
- κρίνομαι ** beoordeeld/aangemerkt worden
- λύνομαι vrijkomen, vluchten
- ντύνομαι aangekleed worden
- ξεντύνομαι uitgekleed worden
- ξεροψπήνομαι doorgebakken worden
- ξύνομαι **** gekrabbeld worden
- ξεχύνομαι * uitspoelen, afspoelen, deinen
- περιχύνομαι begoten worden
- πίνομαι *** gedronken worden
- προσδένομαι knopen, zich verbinden
- στήνομαι opgericht worden
- συγκρίνομαι ** vergeleken worden
- συστήνομαι voorgesteld worden
- τέμνομαι zich snijden, doorsnijden
- υποκλίνομαι * zich neerleggen bij
- υποκρίνομαι * simuleren, verzinnen, verhullen
- χάνομαι omkomen, verdwalen
- χύνομαι zich storten (op), uitmonden

De met * aangemerkte passieve werkwoorden hebben geen actieve vorm

De actieve vorm van de met ** aangemerkte passieve werkwoorden wordt niet verbogen als «ψήνω», maar zoals «τείνω», «κρίνω» en «παρατείνω»

*** Dit passieve werkwoord heeft een onregelmatige actieve vorm als bij «πίνω»

**** «ξύνομαι» wordt vervoegd als het bovenstaande «ψήνομαι», met uitzondering van de deelwoorden. Deze worden «ξυσμένος» in het enkelvoud en «ξυσμένοι» in het meervoud (i.p.v «ξυμένος» en «ξυμένοι» zoals bij «ψήνομαι»). Afgezien daarvan heeft «ξύνομαι» nog een tweede vervoeging zoals «πιάνομαι» waarvan de letter «Θ» kan veranderen in «στ» in de aoristus, de voltooide tijden, de 2de toekomende tijd, de aoristus van de aanvoegende en gebiedende wijs.

º «κρέμομαι» betekent ook: jezelf verhangen