Tenses - moods Passive voice
Indicative Mood Singular Plural
Present δικαιούμαι δικαιούμαστε, δικαιούμεθα
δικαιούσαι δικαιούστε, δικαιούσθε
δικαιούται δικαιούνται
Imperfect δικαιούμουν δικαιούμαστε
- -
δικαιούνταν, εδικαιούτο δικαιούνταν, εδικαιούντο
Aorist (simple past)
Perfect
Plusperfect
Future (continuous) θα δικαιούμαι θα δικαιούμαστε, θα δικαιούμεθα
θα δικαιούσαι θα δικαιούστε, θα δικαιούσθε
θα δικαιούται θα δικαιούνται
Future (simple)
Future Perfect
Subjunctive Mood
Present να δικαιούμαι να δικαιούμαστε, να δικαιούμεθα
να δικαιούσαι να δικαιούστε, να δικαιούσθε
να δικαιούται να δικαιούνται
Aorist
Perfect
Imperative Mood
Present
Aorist
Participle
Present δικαιούμενος
Perfect
Infinitive
Aorist
Examples with «δικαιούμαι»:
ελληνικά αγγλικά
Δικαιούται αύξηση, γιατί δούλεψε πολύ σκληρά. He/she earns a raise because she worked very hard.
Δικαιούται να υπερηφανεύεται για την κόρη του. He has the right to be proud of his daughthe
Δικαιούμαι το ένα τρίτο της περιουσίας του. I can claim one third of his capital.
Verbs with the same conjugation as «δικαιούμαι»:
- πληρούμαι to meet, to be fulfilled